Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου, 2019

Ο έρωτας στα χρόνια του μνημονίου

Γράφει η @KatPanagopoulou

@KatPanagopoulouΚάθε φορά που έμπαινα στο Τwitter Παρασκευή βράδυ ή σαββατόβραδο τον έβλεπα να γράφει ασταμάτητα.

Μία μετά τα μεσάνυχτα, 2, 3 τα χαράματα.

Έγραφε και μιλούσε με ανθρώπους άγνωστους σ’ αυτόν. Μια μέρα τον ρώτησα: «Έχεις κάτι; Τελευταία δεν βγαίνεις, δεν πολυμιλάμε στο τηλέφωνο, έχεις εξαφανιστεί.

Και τι είναι αυτά που γράφεις ως τα χαράματα στο Τwitter;». «Μπες ένα βράδυ και θα καταλάβεις» μου είπε. Και κατάλαβα.

Ο Δημήτρης είναι 30 χρονών και τον τελευταίο χρόνο είναι ουσιαστικά άνεργος. Στα χρόνια που προηγήθηκαν ολοκλήρωσε με πολύ καλούς βαθμούς τις σπουδές του, είχε πιάσει δουλειά πριν καν πάρει πτυχίο και στο μεσοδιάστημα άλλαξε δυο-τρεις δουλειές, αφού οι προσφορές που δεχόταν ήταν η μία καλύτερη από την άλλη.

Το πρωί εργασιομανία, τα βράδια βόλτες σε hot spot εστιατόρια ή talk of the town μπαρ του Κολωνακίου και τα Σαββατοκύριακα εκδρομές στη Μύκονο, όπου ξύπναγε μεθυσμένος πλάι σε πισίνες.

Μια μέρα μπήκα αργά τη νύχτα στο Τwitter για να δω γιατί ο φίλος μου έπαθε μετάλλαξη. Και τότε κατάλαβα.

Συνομήλικοι που συνομιλούσαν για πολιτική ή φλέρταραν με την ασφάλεια που προσφέρει η απόσταση.

Ολονύχτιες συζητήσεις για την κρίση, για «τον υπουργό που δεν διώχνει ούτε τους επίορκους καταχραστές», για «τους υποκριτές που κλείνουν δρόμους για να μη μειωθεί ούτε ένα ευρώ ο μισθός τους, όταν εμείς με πτυχία και μεταπτυχιακά δεν μπορούμε να βρούμε μία δουλειά ούτε για 500 ευρώ».

Η νέα γενιά εκτονώνεται στο διαδίκτυο. Διαμαρτύρεται. Λέει όλα όσα δεν λένε αυτοί που αυτοδιαφημίζονται ότι «εκπροσωπούν τη νέα γενιά».

Μιλάει στο διαδίκτυο γιατί δεν έχει λεφτά να βγει. Γιατί δεν θέλει να βγει.

Δεν θέλει να ερωτευτεί, να κάνει σχέσεις, να επενδύσει συναισθηματικά.

Γιατί όταν είσαι 30-45 ετών, στην πιο παραγωγική ηλικία, και μένεις χωρίς δουλειά, νιώθεις ότι στη ζωή σου έχει μπει άνω τελεία.

Όλα όσα σχεδίαζες ή πίστευες στα χρόνια της ευμάρειας ότι θα είχες καταφέρει σε αυτή την ηλικία μένουν ανεκπλήρωτα όνειρα για το μέλλον και δεν σε αφήνουν να ζήσεις το παρόν. Σε κανένα επίπεδο.

Ένας 35άρης που δεν έχει δουλειά ντρέπεται να ζητήσει από τους γονείς του χαρτζιλίκι για να κεράσει την κοπέλα του ένα ποτό.

Μία άνεργη γυναίκα 35 ετών δεν σκέφτεται ούτε κατά διάνοια να παντρευτεί και να κάνει παιδιά, διότι γνωρίζει ότι εάν τώρα δεν βρίσκει δουλειά, με ένα παιδί θα είναι δέκα φορές πιο δύσκολο.

Ένας 30άρης άνεργος βιώνει ως προσωπική αποτυχία την κατάστασή του, χωρίς να μπορεί να καταλάβει ότι δεν ευθύνεται ο ίδιος.

Ένας άντρας που υποαμείβεται ή που ο εργοδότης του του άλλαξε το ωράριο σε part time δεν σκέφτεται να κάνει σχέση που θα οδηγήσει σε γάμο, αφού βλέπει ότι καλά καλά δεν μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του.

Μια γενιά ακινητοποιημένη, με πατημένο το pause. Γερασμένη, ανασφαλής, με το διαρκές άγχος της επιβίωσης, μια γενιά που περιμένει.
Σάββατο βράδυ.

«Θα είμαι στο Κολωνάκι από νωρίς, θέλεις να έρθεις;»

«Άσ’ το μωρέ καλύτερα, δεν έχω όρεξη».

Μετάφραση: «Δεν έχω λεφτά για εστιατόρια, μπαρ και βόλτες. Δεν έχω διάθεση να ερωτευτώ, δεν νιώθω ότι είμαι διαθέσιμος/η».

Στα χρόνια της κρίσης οι ζωές των ανθρώπων προσαρμόστηκαν όχι μόνο οικονομικά αλλά και συναισθηματικά.

Σίγουρα οι χιλιάδες που συνομιλούν στο Facebook και στο Twitter δεν το κάνουν εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Ο εθισμός στα νέα μέσα έχει ξεκινήσει πολύ πιο πριν, αλλά η κρίση τα κατέστησε και μια διέξοδο.

Σύμπτωμα της ψηφιακής εποχής, σύμπτωμα όμως και της οικονομικής δυσπραγίας.

Συνομιλούν μέσω Facebook, ανταλλάσσουν απόψεις, φωτογραφίες, συναισθήματα. Με την ασφάλεια όμως πάντα που προσφέρει η απόσταση. Μιλάνε με αγνώστους στους οποίους δεν ντρέπονται να πουν ότι είναι άνεργοι, ανοίγονται εκ του ασφαλούς και φλερτάρουν πληκτρολογώντας.

Ακόμα και οι παντρεμένοι, όπως μου λέει ιδιωτικός ερευνητής, απατούν φλερτάροντας πια μέσα από τα social media, «πού λεφτά για μπαρ, εστιατόρια κ.λπ.».

Τα λένε όλα τα νούμερα
Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, κάθε μέρα του Ιανουαρίου επιπλέον 3.500 άνθρωποι άνοιγαν την πόρτα της ανεργίας.

Αλλά και όσοι ακόμα δουλεύουν, καθυστερούν να πληρωθούν, υποαμείβονται, εργάζονται με εκ περιτροπής ωράριο.

Οι γάμοι όλο και μειώνονται (σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, μέσα σε δύο μόλις χρόνια, από το 2009 έως το 2011, καταγράφηκαν 4.113 λιγότεροι γάμοι), τα διαζύγια και οι γεννήσεις το ίδιο (σύμφωνα με στοιχεία που ανακοίνωσε τον Μάρτιο το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 2012 καταγράφηκαν 10.000 έως 15.000 λιγότερες γεννήσεις σε σχέση με το 2011).

Ζευγάρια που αναγκάζονται να μένουν στο σπίτι των γονιών τους ή που συζούν απλώς και μόνο για να μοιράζονται τα έξοδα.

Νέοι που δεν τολμούν να δημιουργήσουν οικογένεια εξαιτίας του φόβου των περικοπών και της ανεργίας.

Σε αυτό το σκηνικό, με το ασπρόμαυρο φόντο της κρίσης, ελάχιστη διάθεση μένει για ουσιαστικές σχέσεις και έρωτα.

Γκρίνια, παράπονα, ψυχολογική κούραση, μιζέρια, αίσθηση αδικίας. Σύμφωνα με έρευνα της Εταιρείας Μελέτης Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας, η οποία διεξήχθη σε συνεργασία µε την ALCO, τα έντονα οικονομικά προβλήματα έχουν επηρεάσει αρνητικά και καταλυτικά τη σεξουαλική ζωή, µε το 76% να δηλώνει μειωμένη ερωτική διάθεση, µε παράλληλη μείωση των σεξουαλικών επαφών κατά 62%!

Άλλη έρευνα της Εταιρείας Μελέτης Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας έδειξε πτώση κατανάλωσης στα «χάπια του έρωτα» κατά 64% στα δυτικά προάστια και κατά 21% στα βόρεια.

Αν πιστέψω και τον Προυστ ότι «στον έρωτα αντικατοπτρίζεται η κοινωνία», τότε το σκηνικό γίνεται πραγματικά τρομακτικό… «Να έρθω από κει;» τον ρωτάω.

«Θα σου χαλάσω το βράδυ, μόλις τελείωσα τη δουλειά, ακυρώθηκε μια συμφωνία, χάσαμε χρήματα κι έχω πολλά νεύρα, δεν φταις εσύ, δεν έχω διάθεση για τίποτα».

Κλείνω το τηλέφωνο. Ανοίγω τον υπολογιστή.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη freesunday

 

By