Τετάρτη, 26 Ιουνίου, 2019

Γράφει ο… @I_Nikolopoulos

 Παλιά υδραυλικά…
@I_Nikolopoulos

Το σπίτι μας είναι παλιό, κοντεύει να συμπληρώσει 200 χρόνια ύπαρξης.

Από την αρχή, από τα θεμέλια, είχε εμφανή και σοβαρά κατασκευαστικά λάθη.

Τα μπαλώματα που έγιναν από όλους τους διαχειριστές, δε βοήθησαν και πολύ την κατάσταση. Μακροπρόθεσμα, τουλάχιστον. Το βασικότερο πρόβλημα, εντοπιζόταν εξαρχής, στα υδραυλικά του σπιτιού. Το νερό έτρεχε παντού και από παντού.

Βρύσες, που έσταζαν, σωληνώσεις τρύπιες, φαγωμένες υδρορροές, σωλήνες, που κανείς δεν ήξερε πού άρχιζαν και πού κατέληγαν, αποφορά από το καζανάκι και την τουαλέτα, που, κατά καιρούς, δεν αντεχόταν.

Κάποιοι, όταν οι περισσότεροι κοιμούνταν, γέμιζαν κουβάδες με το νερό που έσταζε από παντού, το διύλιζαν, για να καθαριστεί από σοβάδες και έντομα, και το έβγαζαν έξω από το σπίτι, το πουλούσαν ή το τοποθετούσαν σε άλλα, πιο σταθερά, από τεχνικής άποψης, σπίτια, μέσα σε μεγάλες δεξαμενές.

Οι περισσότεροι διαχειριστές καμώνονταν ότι δεν έτρεχε τίποτα. Στην κυριολεξία, αφού μιλάμε για νερό. Κάποιοι από αυτούς είχαν βγάλει και ντιρεκτίβες να μην πίνουμε ή να μη χρησιμοποιούμε το νερό, να μην το σπαταλάμε, όταν διψούσαμε, να κατεβάζουμε μόνο ένα ποτήρι την ημέρα, και άλλα παρόμοια…

Άρχισαν οι τοίχοι να διαβρώνονται και τα ξύλινα πατώματα να φουσκώνουν και να ‘’σηκώνονται’’. Η υγρασία ήταν ανυπόφορη, χειρότερη και από τη διαπλοκή των σωλήνων. Η δυσαρέσκεια των περισσότερων έριξε μια ώρα αρχύτερα τον προ-προ-προηγούμενο διαχειριστή από τη θέση του.

Ο προ-προηγούμενος διαχειριστής αποφάσισε να φέρει τον καλύτερο υδραυλικό. Ή τουλάχιστον έτσι ισχυρίστηκε. Στην αρχή, έγινε πιστευτός.

Ο υδραυλικός όμως, για την ακρίβεια, οι τρεις υδραυλικοί, που εμφανίστηκαν, μόνο από υδραυλικά δεν έδειξαν να ξέρουν.

Στην αρχή, μας κατηγόρησαν ότι χρησιμοποιούσαμε ποσότητες νερού πάνω από τις δυνατότητές μας.

Κατόπιν, ότι όλες οι κατασκευές του σπιτιού, και κυρίως, η θέρμανση, το φαρμακείο και η βιβλιοθήκη του, ήταν σκάρτες και δεν έπαιρναν επιδιόρθωση. Μόνο κατεδάφιση.

Και στη συνέχεια, άρχισαν να κατεδαφίζουν. Πρώτα, τα υπνοδωμάτια και τα μπαλκόνια. Πέταξαν τα γεράνια μας στο δρόμο, έσπασαν τις γλάστρες, βρήκαν και ανάμεσά μας ορισμένους πρόθυμους και συνεργάσιμους, που πρώτοι έπιασαν να καταστρέφουν τις γαζίες, τους βασιλικούς και τα τριαντάφυλλα.  Τι τους έφταιξαν τα λουλούδια!;

«Καταναλώνουν νερό, ενώ είναι άχρηστα και μη αποδοτικά», έλεγαν με μπόλικη φούρκα και με μεταλλικό, ψυχρό μίσος στη φωνή τους.

«Αν σήμερα, σας φταίνε τα λουλούδια, αύριο θα πείτε ότι και ορισμένοι από εμάς, πίνουμε νερό, ενώ δεν είμαστε τόσο αποδοτικοί, και θα μας αφήσετε να πεθάνουμε από δίψα», αντέτεινε, δειλά, κάποιος.

«Θα δούμε τι θα γίνει και με εσάς, όταν έρθει η ώρα», μούγκρισαν.

Κάποιοι από μας, βρεθήκαμε σύντομα στο δρόμο, άστεγοι, χωρίς νερό. Δε μας χωρούσε το σπίτι, το γκρέμισμα είχε επεκταθεί στην κουζίνα, τους διαδρόμους, τα δωμάτια των ξένων, τη μεγάλη βιβλιοθήκη στο σαλόνι… Οι τρεις υδραυλικοί κραδαίνοντας τους «κάβουρες», υποδείκνυαν κάθε μέρα ποιοι τοίχοι θα γίνουν κομμάτια και ποια κάδρα θα κατέβουν. Μετά, διάλεγαν ποιοι θα φύγουμε από το σπίτι.

Με τα υδραυλικά, ούτε οι υδραυλικοί, ούτε ο σημερινός διαχειριστής, τρίτος σε χρονικό διάστημα τριών ετών, έχουν καταδεχθεί να ασχοληθούν. Το νερό τρέχει από παντού, η διάβρωση επεκτείνεται, το σπίτι χάσκει μισογκρεμισμένο. Οι μισοί είμαστε άστεγοι, στην πίσω πλευρά του κάποτε ένδοξου σπιτιού μας, στον παλιό κήπο, που πια ούτε ποτίζεται ούτε φυτρώνει ούτε παράγεται κάτι. Ένας κήπος που έσφυζε από ζωή και τον μεθούσε το  άρωμα της λεμονιάς είναι πιο νεκρός και από τα άδεια βλέμματά μας, όταν, πριν από εβδομάδες, τσάκιζαν, με τσεκούρια και αξίνες, το μεγάλο φαρμακείο του σπιτιού.

Κάποιοι από εμάς δεν άντεξαν τόση ανείπωτη θλίψη – να αλέθονται με κασμάδες , φτυάρια και στειλιάρια, τοίχοι και αναμνήσεις της ζωής τους – και μας άφησαν, αυτοκτονώντας σε μια γωνιά του κήπου. Τα κορμιά τους, τα χώνεψε η γη, αλλά όχι και η λήθη.

Τις προάλλες, οι υδραυλικοί και οι βοηθοί τους κομμάτιασαν τον καυστήρα. Το σπίτι δεν έχει πια θέρμανση. Κάποια παλληκαράκια πήραν μερικά από τα κομμάτια και φτιάχνουν μαγκάλια, μπας και ζεσταθούν ανάμεσα στους τρύπιους τοίχους.

Δύο από τα παιδιά, τα κατέβασαν προχθές νεκρά, πνιγμένα από τις αναθυμιάσεις και την αδιαφορία των τελευταίων ενοίκων του σπιτιού, που ακολουθούν, σαν αποχαυνωμένοι, τον ανάλγητο διαχειριστή και τους τρεις υδραυλικούς.

Από τον παλιό κήπο, αφρόντιστο, απότιστο και γεμάτο ακαθαρσίες κοιτάμε το σπίτι, και συνεννοούμαστε με νοήματα και ψιθύρους, «κάτι να κάνουμε πια…».

Ορισμένοι από τους «μέσα», οι πιο πιστοί βοηθοί των τριών υδραυλικών και του διαχειριστή, χύνουν νερό στο χώμα και τα απομεινάρια των γκρεμισμένων τοίχων, και κατά καιρούς, πλάθουν και μας πετάνε λάσπη, να φύγουμε, να απομακρυνθούμε, να μην τολμήσουμε να σκεφτούμε να επιστρέψουμε ή να ορμήσουμε προς το σπίτι.

Ποσότητες της λάσπης, έχουν πετρώσει στα πόδια μας, μας κάνουν αργούς, δυσκολευόμαστε να περπατήσουμε, πόσο μάλλον να τρέξουμε. Λέμε να την σπάσουμε, να γίνει κατόπιν και πάλι πηλός, όταν…

…όταν θα πάρουμε το σπίτι μας, πίσω, και θα χρειαστεί να το ξαναφτιάξουμε. Από την αρχή. Από τα θεμέλια. Και όταν θα αναμετρηθούμε, επιτέλους, με τα υδραυλικά και τις διαρροές τους.

 

 

 

 

 

 

 

By