Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου, 2019

Αλλάζει τον χάρτη της βιομηχανίας το «σβήσιμο» της Χαλυβουργικής

Του Χάρη Φλουδόπουλου

Νέα δεδομένα για τον κλάδο της χαλυβουργίας στη χώρα μας δημιουργεί το σβήσιμο της Χαλυβουργικής.

Η ελληνική αγορά με την υποτονική ζήτηση και τα υψηλά κόστη ενέργειας αλλά και τις υπερδανεισμένες επιχειρήσεις του κλάδου αναζητεί επί χρόνια σημείο στήριξης.

Μέχρι πριν από λίγους μήνες, οι δύο εναπομείναντες παίκτες, δηλαδή ο κλάδος χάλυβα της Viohalco και η Χαλυβουργία Ελλάδος είχαν πετύχει ένα μάλλον απρόσμενο και εντυπωσιακό turnaround με επιστροφή σε κερδοφόρες χρήσεις.

Ωστόσο, παρά το «λουκέτο» στη Χαλυβουργική, που αφήνει μεγαλύτερα περιθώρια για τις άλλες εταιρείες, εντούτοις τους τελευταίους μήνες το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων στο ρεύμα πυκνώνει τα σύννεφα και δημιουργεί νέες ανησυχίες για τις προοπτικές του κλάδου.

Ποια είναι όμως αυτή τη στιγμή η εικόνα του χαλυβουργικού κλάδου; Σε αντίθεση με τη Χαλυβουργική που ουσιαστικά έχει σταματήσει την παραγωγική της δραστηριότητα από το 2015 οι υπόλοιπες χαλυβουργίες στο διάστημα από το 2016 και μέχρι το πρώτο εξάμηνο του 2018, έδειξαν σημάδια σταθεροποίησης. Σύμφωνα με πηγές του κλάδου, οι βασικοί λόγοι για την εξέλιξη αυτή είναι:

1) Η μείωση του παραγωγικού δυναμικού καθώς έχουν κλείσει τα εργοστάσια της Χαλυβουργίας Ελλάδος στον Ασπρόπυργο και η Χαλυβουργική, μειώνοντας περίπου στο μισό το διαθέσιμο capacity του κλάδου.
2) Η αύξηση της οικοδομής κυρίως που προήλθε από τον κλάδο των ξενοδοχείων και των τουριστικών ακινήτων και η οποία σε έναν βαθμό υποκατέστησε τις απώλειες από την υστέρηση των δημόσιων έργων.
3) Τα εν ισχύι μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, όπως η διακοψιμότητα και οι εκπτώσεις των τιμολογίων της ΔΕΗ.
4) Οι μεγαλύτεροι δασμοί που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ στις εισαγωγές κινεζικού χάλυβα σε σχέση με τις εισαγωγές από την Ευρώπη αλλά και η ευνοϊκή συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ-δολαρίου.
5) Οι επενδύσεις και η αλλαγή της δομής παραγωγής που υλοποιήθηκε τόσο από τη Viohalco όσο και από τη Χαλυβουργία Ελλάδος στον Βόλο.
Ως αποτέλεσμα, τα χαλυβουργεία που συνεχίζουν να λειτουργούν στην Ελλάδα, ήτοι Σιδενόρ και Σοβέλ (Viohalco) και η Χαλυβουργία Ελλάδος (εργοστάσιο του Βόλου) της οικογένειας Μάνεση να έχουν καταφέρει να περάσουν σε λειτουργική (αλλά και σε καθαρή) κερδοφορία.

Ειδικότερα ο κλάδος χάλυβα της Σιδενόρ το 2018 στο πρώτο εξάμηνο του έτους ανακοίνωσε λειτουργική κερδοφορία EBITDA 46,4 εκατ. ευρώ και κέρδη προ φόρων 11,9 εκατ. ευρώ όταν έναν χρόνο πριν είχε κέρδη μόλις 401 χιλιάδες ευρώ.

Βεβαίως η εταιρεία πέτυχε το εντυπωσιακό turnaround στον χάλυβα στηριζόμενη στις επενδύσεις στα ελληνικά εργοστάσια αλλά και στην αναδιάταξη της παραγωγής που έγινε με αξιοποίηση των εργοστασίων σε Δοϊράνη και Βουλγαρία.

Αλλά και η Χαλυβουργία Ελλάδος, με βάση τις τελευταίες δημοσιευμένες καταστάσεις της ήδη από το 2016 κατάφερε να σταματήσει τις ζημιές και να περάσει σε λειτουργική κερδοφορία, έχοντας εφαρμόσει σημαντικές αλλαγές στην παραγωγική της διαδικασία σε συνεργασία με διεθνή όμιλο μειώνοντας τα κόστη και βελτιστοποιώντας τη διαδικασία παραγωγής.

Το 2016 η Χαλυβουργία Ελλάδος πέτυχε λειτουργικά κέρδη EBITDA 11,8 εκατ. ευρώ έναντι λειτουργικών ζημιών 732 χιλιάδων το 2015. Μάλιστα, το προηγούμενο διάστημα πραγματοποιήθηκαν εξαγωγές από τον Βόλο ακόμα και προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Με τη Χαλυβουργία Ελλάδος να έχει επιτύχει σταθεροποίηση, να εξυπηρετεί κανονικά τον δανεισμό της, και τη Viohalco να έχει επιτύχει το εντυπωσιακό comeback σε κερδοφορία, ο κλάδος μπορεί υπό όρους να είναι κερδοφόρος. Ωστόσο βασικό ζητούμενο παραμένει η αναδιάρθρωση του δανεισμού που συνολικά ξεπερνά το 1 δισ. (περιλαμβανομένων και των 408 εκατ. ευρώ της Χαλυβουργικής).

Το βασικό πρόβλημα παραμένει, πάντως, η υποτονική εγχώρια ζήτηση, που ακόμη και μετά το κλείσιμο των δύο εργοστασίων σε Ασπρόπυργο και Ελευσίνα, δεν επαρκεί για να καλύψει την απασχόληση των υπόλοιπων μονάδων, οι οποίες στρέφονται σε εξαγωγές.

Εδώ η προοπτική μεσοπρόθεσμα είναι θετική, ιδιαίτερα εάν υπάρξει σταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή και ξεκινήσει η ανοικοδόμηση στη Συρία και τη Λιβύη. Ωστόσο το δομικό πρόβλημα για τους ελληνικούς χάλυβες παραμένει και δεν είναι άλλο από το υψηλό κόστος ενέργειας.

Το ενεργειακό ήδη απασχολεί εκ νέου τις ενεργοβόρες βιομηχανίες του κλάδου, καθώς ζητούνται επιπλέον αυξήσεις στα τιμολόγια, σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία ήδη τα κόστη έχουν αυξηθεί (τα χαλυβουργεία όπως και οι άλλοι ενεργοβόροι καταναλωτές της υψηλής τάσης πληρώνουν χωριστά τα κόστη διοξειδίου του άνθρακα και ήδη από τον Σεπτέμβριο καλούνται να πληρώσουν σημαντικές αυξήσεις της τάξης του 10%).

Μια ακόμη απειλή, αφορά το μέτρο της διακοψιμότητας (δηλαδή την επ” αμοιβή διακοπή της λειτουργίας των ενεργοβόρων εργοστασίων όταν υπάρχει αυξημένη ζήτηση που απειλεί την ευστάθεια του συστήματος). Το μέτρο λήγει στο τέλος του 2019 και ακόμη υπάρχει αβεβαιότητα σε σχέση με το διάδοχο σχήμα για τη συμμετοχή της ζήτησης στους μηχανισμούς για τη διασφάλιση επάρκειας του ελληνικού συστήματος ηλεκτρισμού.

Η διακοπή της ηλεκτροδότησης την περασμένη Δευτέρα τα μεσάνυχτα για τις οφειλές ύψους 31,5 εκατ. ευρώ προς τη ΔΕΗ, ανοίγει και επίσημα τη συζήτηση για το μέλλον της ιστορικής βιομηχανίας. Ωστόσο η εξίσωση αποδεικνύεται εξαιρετικά περίπλοκη με δεδομένη την ενδοοικογενειακή διαμάχη μεταξύ του ιδιοκτήτη Κ. Αγγελόπουλου και των υιών του.

Ο κ. Αγγελόπουλος μίλησε ήδη για άλλη αξιοποίηση, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει μέλλον για τον χαλυβουργικό κλάδο, αν και τα αδειοδοτικά προβλήματα και περιβαλλοντικά βάρη της εγκατάστασης καθιστούν δύσκολη την αλλαγή χρήσης.

Πληροφορίες θέλουν τις πιστώτριες τράπεζες να ξεκινούν αμέσως μετά τις γιορτές τις συζητήσεις, με ανοιχτό το ενδεχόμενο να κινηθούν οι διαδικασίες για να περιέλθει η εταιρεία και η έκταση στην Ελευσίνα στις τράπεζες και να πουληθεί μέσω υπαγωγής σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης.

By