Σάββατο, 18 Ιανουαρίου, 2020

Κυριάκος ο «Αντι-αγανακτισμένος»

Παναγιώτης Φωτεινός
Παναγιώτης Φωτεινός

Παρακολουθώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και στη κοινωνία, το trending top θέμα με την αλλαγή ηγεσίας στη Νέα Δημοκρατία και αδυνατώ να αιτιολογήσω όλον αυτό το παροξυσμό, που επικρατεί γύρω από το πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Γράφει ο Παναγιώτης Φωτεινός

Προσπαθώντας να δικαιολογήσω αυτή τη νεοφιλελέ παραζάλη, άρχισα να τον ψάχνω και να τον μελετάω καλύτερα. Σκέφτηκα πως όλα αυτά οφείλονται στο βιογραφικό του, στα skills που απέκτησε φοιτώντας στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, αλλά και στις θέσεις ευθύνης που είχε στον ιδιωτικό τομέα. Σκέφτηκα πως όλα αυτά ίσως είναι άλλο ένα επικοινωνιακό τέχνασμα της «μονταζιέρας». Σκέφτηκα ακόμα ότι συσσωρεύει και την «οικογενειακή αδικία» του επίτιμου, που ποτέ δεν έκρυψε την αδυναμία του στη κόρη του Ντόρα Μπακογιάννη.

Όλα αυτά όμως είναι λάθος. Είναι λάθος γιατί όλοι αυτοί που επενδύουν πολιτικά πάνω στον Κυριάκο Μητσοτάκη, απλά βλέπουν απέναντι τους τι έχουν να αντιμετωπίσουν.

Έχουν ένα Τσίπρα που είναι υπερβολικά μέτριος σε όλα έκτος από την ικανότητα που έχει στο να λέει ψέματα. Έναν Τσίπρα που ήταν μέτριος φοιτητής, που τα ένσημα του είναι πιο πολλά στην αφισοκόλληση παρά στο εργοτάξιο. Ένα Τσίπρα που είναι μέτριος ως κακός πρωθυπουργός, με ακόμα πιο μέτρια κοινοβουλευτική ομάδα και ένα υπουργικό συμβούλιο που βρίθει «εθνικοσοσιαλισμού» . Έναν Τσίπρα με μέτρια αγγλικά ακόμα και με μέτριο ενδυματολογικό κώδικα.

Ένα Τσίπρα που έκανε γκελ σε μία κοινωνία, που τον έβλεπε πάνω στην αγανάκτηση της, ως ένα εκφραστή ενός επιθυμητού εξισωτικού μηδενισμού όλων (θεσμών και προσώπων) προς τα κάτω.

Αυτή όμως, από ότι φάνηκε το καλοκαίρι, ήταν μόνο η μισή κοινωνία που πίστεψε στον εύκολο δρόμο του αντιμνημονίου. Η άλλη μισή άρχισε να ενεργοποιείται και να αντιδρά από το δημοψήφισμα και μετά.

Για πρώτη φορά εκείνες τις ημέρες του διχασμού, ένα κομμάτι της κοινωνίας αντέδρασε στις ιδεοληψίες των κυβερνώντων που μας οδηγούσαν στη καταστροφή και αυθόρμητα αυτοοργανώθηκε απέναντι στο λαϊκισμό και στα αποτελέσματα του.

Αποτελέσματα που τα βλέπαμε όλοι τότε, από το προεδρείο της Βουλής, να μας οδηγούν σε μία ακόμη εθνική ταπείνωση, σε ένα grexit, αλλά και ακόμα μία φορά σε εκλογές.

Αυτή λοιπόν την εφιαλτική βδομάδα προς την 5η Ιουλίου του 2015, που κάποιοι αδίστακτοι τυχοδιώκτες παίξανε τη χώρα στα ζάρια, για πρώτη φορά κάποιοι άλλοι, που αποτελούν μια σιωπηλή δύναμη, αντέδρασαν και υπερασπίστηκαν το δικαίωμα τους να μοιράζονται τους θεσμούς, τις προσδοκίες, τα προβλήματα, το κοινό νόμισμα της Ενωμένης Ευρώπης με τους υπόλοιπους λαούς  της. Να υπόκεινται στις δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις, για να μπορούν να διαφωνούν πολιτικά με ορισμένες επιλογές της.

Το πρόβλημα όμως όλων αυτών που «αντι-αγανάκτησαν» εκείνες τις ημέρες, είναι πως ενώ βρήκαν τρόπο έκφρασης και καταγραφής, δε βρήκαν εκφραστή. Αυτό είναι και το πολιτικό στοίχημα του Κυριάκου Μητσοτάκη, να προσπαθήσει να εκφράσει, αν όχι όλο αυτό τον κόσμο, τότε ένα μέρος του, που θα του επιτρέψει να προσδιοριστεί ιστορικά ως η απάντηση στην αγανάκτηση των αγανακτισμένων.

Το στοίχημα είναι αρκετά μεγάλο και δύσκολο, ειδικά αν αναλογιστούμε πως στο Σύνταγμα εκείνες τις ημέρες, αυτή τη μάζα την δημιούργησαν άνθρωποι, που όλοι μαζί συναποτελούν ένα ετερόκλητο πολιτικό μωσαϊκό, με κοινή μεν θέση ως προς τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, αλλά όχι απαραίτητα και ίδιες πολιτικές καταβολές και απόψεις.

Αυτόν λοιπόν τον εκφραστή ψάχνει αυτό το κομμάτι της κοινωνίας. Έναν εκφραστή  που δεν υπάρχει ως και σήμερα σε κανένα από τα κόμματα του «ΝΑΙ στην Ευρώπη». Έναν άνθρωπο που θα δώσει απάντηση στην αγανάκτηση και την οργή που καλλιέργησε ο στείρος καταγγελτικός λόγος,, που γίνονταν μέσα από προτροπές για κρεμάλες, για στρατοδικεία, για ελικόπτερα και κάψιμο της Βουλής, την εποχή της βασιλείας των αντιμνημονιακών.

Πάνω σε αυτή την ανάγκη εύρεσης ενός εκφραστή, εδράζεται λοιπόν όλος αυτός ο παροξυσμός και σε τίποτα άλλο. Το κάπως πιο κεντρώο προφίλ του Κυριάκου Μητσοτάκη, εξυπηρετεί τις ανάγκες, αλλά και τις προσδοκίες ενός πολιτικού συστήματος που επιθυμεί να καλύψει και να κεφαλαιοποιήσει αυτό το πολιτικό κενό.