Τετάρτη, 12 Αυγούστου, 2020

Χατζηδάκης: Η ΔΕΗ κινδυνεύει να μετατραπεί σε συστημική βόμβα για την οικονομία

Τον άμεσο κίνδυνο μετατροπής της ΔΕΗ σε συστημική βόμβα για την εθνική οικονομία επισήμανε ο κ. Κωστής Χατζηδάκης αλλά και ο νέος πρόεδρος της επιχείρησης Γιώργος Στάσσης στην Βουλή.

Ο υπουργός Ενέργειας υπογράμμισε πως «Αν δεν υπάρχει ΔΕΗ δεν υπάρχει χώρα και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό και εδώ και στην κοινωνία και στις Βρυξέλλες.

Κάνουμε ότι μπορούμε να κρατήσουμε όρθιο τον πυλώνα της ενέργειας και τον πυλώνα της εθνικής οικονομίας» και εξήγησε πως η έκθεση του επίσημου ορκωτού ελεγκτή της Ernst & Young που θα δημοσιευτεί την 24η Σεπτεμβρίου 2019 πρέπει να μην περιλαμβάνει παρατήρηση για την βιωσιμότητά της εταιρείας.

«Θα πρέπει εως τις 24 Σεπτεμβρίου να αποφύγουμε επίσημη παρατήρηση από τον ελεγκτή. Αν γίνει παρατήρηση θα ενεργοποιηθούν οι ρήτρες καταγγελίας δανείων.

Μες απλά λόγια θα δημιουργηθεί συστημικός κίνδυνος για την ελληνική οικονομία» τόνισε και ο πρόεδρος της επιχείρησης για να προσθέσει ωστόσο πως «διαβεβαιώνω την Βουλή, τους εργαζόμενους, τους καταναλωτές και τους επενδυτές ότι η διοίκηση της ΔΕΗ θα πάρει όλα τα απαραίτητά μέτρα για να μην συμβεί αυτό».

Πιο αναλυτικά, στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο κ. Χατζηδάκης ανέφερε: «Η ΔΕΗ είναι ή δεν είναι σε άσχημη κατάσταση; Ακούω και τις δύο θεωρίες.

Υπάρχει τμήμα ΜΜΕ και πολιτικού συστήματος που υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση υπερβάλλει και δεν είναι σε τόσο άσχημη κατάσταση» για να παρουσιάσει στην συνέχεις τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η επιχείρηση:

«Το 2014 η ΔΕΗ είχε κέρδη 90 εκ ευρώ, το 2018 κατέγραψε ζημιές 903 εκ ευρώ. Τα 90 εκατ. ευρώ κέρδη έγιναν 903 εκατ ευρώ ζημιές. Την ίδια περίοδο η μετοχή της έχασε το 83% της αξίας της στο Χρηματιστήριο.

Οι επενδύσεις στο δίκτυο της ΔΕΗ το 2018 μειώθηκαν στο μισό σε σχέση με το 2012, και ο Διαχειριστής του Δικτύου Διανομής (ΔΕΔΔΗΕ) αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις υλικών που απαιτούνται για επισκευές και συντήρηση του δικτύου.

Ο στόλος των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής είναι πεπαλαιωμένος, ενώ ο κορμός των λιγνιτικών μονάδων σε κάποιο βαθμό είναι από προβληματικός έως πολύ προβληματικός.

Η ΔΕΗ έχει μείνει δραματικά πίσω και στη μάχη της «καθαρής ενέργειας» καθώς το ποσοστό της στις ΑΠΕ δεν ξεπερνά το 3% της συνολικής αγοράς. Είναι πραγματικά αδιανόητο αυτό που συμβαίνει.

Όπως φαίνεται και από τις μελέτες της νέας διοίκησης, προκειμένου να είναι βιώσιμη για το επόμενο έτος θα πρέπει να εξασφαλίσει ποσο που μπορεί να υπερβαίνει και τα 900 εκατ ευρώ».

Ο κ. Χατζηδάκης αναφέρθηκε στην έκθεση Απριλίου 2019 της Ernst & Young όπου τίθεται ανοικτά ζήτημα βιωσιμότητας της εταιρείας αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα.

«Εως τις 24 Σεπτεμβρίου που θα βγει η νέα έκθεση του ορκωτού λογιστή, θα πρέπει ο ελεγκτής να μην θεωρήσει την εταιρεία μη βιώσιμη» υπογράμμισε ο υπουργός για να τονίσει σε άλλο σημείο:

«θα μπορούσα να σας πω τι θα συνέβαινε αν μέναμε απαθείς και δεν λαμβάναμε μέτρα. Στις 24 Σεπτεμβρίου η ΔΕΗ και η χώρα θα βρισκόταν απέναντι σε δραματικές συνέπειες.

Ο ορκωτός λογιστής θα έκανε σημείωση για την βιωσιμότητα της επιχείρησης και θα ζητούσε ο ίδιος βίαια μέτρα. Η μετοχή θα πήγαινε σε αναστολή στο χρηματιστήριο. Οι τράπεζες θα επηρεάζονταν αρνητικά από το κοκκίνισμα των δανείων και συνολικά η ελληνική οικονομία λόγω του προβλήματος ΔΕΗ θα βρισκόταν σε απίστευτη περιδίνηση.

Θα μπορούσα να κερδίσω στον τιτανικό λαϊκισμού ακόμα 25 ημέρες χωρίς να παίρνω κανένα μέτρο. Διερωτώμαι τι θα συνέβαινε στην χώρα αν δεν λαμβάναμε μέτρα. Αυτή είναι η κατεύθυνση του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης που θέλει να κυβερνά και όχι να κάνει δημόσιες σχέσεις.

Μπροστά σε αυτή τη απίστευτη κατάσταση προσπαθούμε να πράξουμε το αυτονόητο και ζητάμε από όλους να βάλουν πλάτη.

Πρώτοι βάζει πλάτη η κυβέρνηση. Ξέρω ότι γίνομαι δυσάρεστος. Το ζητούμενο όμως είναι να είμαστε χρήσιμοι».

«Τίθεται ένα θέμα. Λένε πως η κυβέρνηση μιλώντας με τον τρόπο που μόλις μίλησα και εγώ απαξιώνει την επιχείρηση. Εδώ δεν μιλάμε για μια μη εισηγμένη επιχείρηση. Η πορεία της ΔΕΗ αποτιμάται από τα χρηματιστήρια. Με την προηγούμενη διοίκηση η τιμή μετοχής ΔΕΗ μειώθηκε 83%.

Κατά την περίοδο την δική μας που εμείς υποτίθεται απαξιώνουμε την ΔΕΗ η τιμή της μετοχής ανεβαίνει.

Οι αγορές αντιδρούν με αυτό τον τρόπο γιατί βλέπουν την κυβέρνηση να προσπαθεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα» είπε στην συνέχεια.

Ο κ. Χατζηδάκης επέρριψε την ευθύνη για την κατάσταση της ΔΕΗ στην προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ καθώς όπως είπε «πρώτον, εγκατέλειψε το σχέδιο της «μικρής ΔΕΗ». Δεν εκπονήθηκε από εμένα. Εκπονήθηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση Σαμαρά και τον τότε αρμόδιο υπουργό τον κ. Μανιάτη.

Ηταν ένα καλό σχέδιο με το οποίο μέσω της ιδιωτικοποίησης του 1/3 της εταιρείας, η ΔΕΗ θα έβαζε στα ταμεία της 1,5-2 δις ευρώ – κατ εξαίρεση της συμφωνίας με τους δανειστές που έλεγαν ότι τα χρήματα από τις ιδιωτικοποιήσεις πάνε για αποπληρωμή χρέους – , ενώ παράλληλα θα άνοιγε και η αγορά λιανικής και θα έπαυε η εκκρεμότητα έναντι της Κομισιόν ως προς τις συνθήκες ανταγωνισμού στην ελληνική αγορά.

Με τα χρήματα αυτά η εταιρεία θα ενίσχυε την ρευστότητά της, θα συντηρούσε το δίκτυό της και θα επένδυε στις ΑΠΕ. Το σχέδιο αυτό εγκαταλείφθηκε

Στην θέση αυτού του σχεδίου έγινε κάτι αδιανόητο. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε ιδιωτικοποίηση του ΔΕΣΦΑ κατά 66%. Στον ΑΔΜΗΕ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ προχώρησε σε ιδιωτικοποίηση 49%. Στην ΔΕΗ υπήρχε φόβος μη χαρακτηριστεί η κυβέρνηση νεοφιλελέυθερη. Υποστήριξε θεωρητικά το δημόσιο χαρακτήρα της εταιρείας.

Για να δουμε τελικά αν το έκανε. Σε συμφωνία με την Τρόικα δρομολόγησε την… δωρεάν «ιδιωτικοποίηση» της ΔΕΗ.

Και αυτό γιατί στο πλαίσιο του ανοίγματος της αγοράς λιανικής, συμφώνησε με την τρόικα την μείωση του μεριδίου αγοράς της εταιρείας από το 90% στο 50% έως το τέλος του 2019 χωρίς κανένα οικονομικό αντάλλαγμα !

Είναι η πρώτη δωρεάν ιδιωτικοποίηση στα
παγκόσμια χρονικά. Στην συμφωνία αυτή προβλεπόταν η υποχρεωτική διάθεση μέρους της λιγνιτικής και υδροηλεκτρικής της παραγωγής στους ανταγωνιστές της μέσω δημοπρασιών ηλεκτρικού ρεύματος (ΝΟΜΕ).

Με τον τρόπο αυτό η ΔΕΗ κατέληξε να πουλά ρεύμα σε τιμές κάτω του κόστους προς όφελος των ανταγωνιστών της.

Οι ζημιές της από τις ΝΟΜΕ ξεπερνούν σήμερα τα 600 εκατ. ευρώ. Το παραδέχθηκε ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ ο κ. Παναγιωτάκης και το λένε και τα επίσημα οικονομικά στοιχεία. Προσέξτε δεν τα έχασε μόνο η ΔΕΗ, τα κέρδισαν οι ιδιώτες ανταγωνιστές της.

Τα μεγάλα συμφέροντα υπηρετήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο επι ζημία της ΔΕΗ και των εργαζομένων της από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Και τρίτον, επέτρεψε τη διόγκωση του προβλήματος των στρατηγικών κακοπληρωτών. Ως αποτέλεσμα, τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εταιρεία εκτινάχθηκαν από τα 1,4 δισ. ευρώ ευρώ το 2014 στα 2,5 δισ. ευρώ στο τέλος του 2018.

Πίσω από τους φτωχούς που ορθώς προστατεύτηκαν, κρύφτηκαν ορισμένοι πονηρούληδες που δεν πλήρωναν που έτυχαν ασυλίας από την προηγούμενη κυβέρνηση». Ο ίδιος δε, ανέφερε ότι περίπου 60 χιλ καταναλωτές οφείλουν στην εταιρεία 800 εκατ ευρώ.

Ο υπουργός ανέφερε ότι πλέον δεν υπάρχει στο τραπέζι σχέδιο «μικρής ΔΕΗ» ούτε «καλής και κακής ΔΕΗ».

Παρουσιάζοντας τα μέτρα για την ενίσχυση της εταιρείας αναφέρθηκε στον εξορθολογισμό των τιμολογίων υποστηρίζοντας ωστόσο ότι οι καταναλωτές δεν θα επιβαρυνθούν καθώς οι αυξήσεις θα ισοσκελιστούν από την μείωση του ΦΠΑ και του ΕΤΜΕΑΡ.

Από την πλευρά του ο κ. Στάσσης σημείωσε ότι «Το 2018 ήταν χρονιά ιστορικών ζημιών για την ΔΕΗ.

Οι ζημιές 903,8 εκατ ευρώ οφείλονται σε παράγοντες όπως ο διπλασιασμός εκπομπών αέριων ρύπων, οι ΝΟΜΕ κα. Επανέλαβε τα άμεσα μέτρα που θα λάβει η διοίκηση για την ανάταξη της επιχείρησης ενώ για τους συνεπείς καταναλωτές υποσχέθηκε στοχευμένα πακέτα επιβράβευσης.

Φάμελλος: Ο Χατζηδάκης δραματοποιεί την κατάσταση

Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ ο κ. Σωκράτης Φάμελλος ανέφερε πως η ηγεσία του υπουργείου Ενέργειας δραματοποιεί την κατάσταση ζημιώνοντας περαιτέρω την επιχείρηση και τους καταναλωτές.

Ο ίδιος σημείωσε πως η λογιστική ζημιά της ΔΕΗ όντως αποτιμάται στα 900 εκατ ευρώ, πρόσθεσε ωστόσο ότι το πρόβλημα ρευστότητας της εταιρείας είναι μικρότερο και διαμορφώνεται περίπου στα 300 εκατ ευρώ που θα καλυπτόταν εάν η κυβέρνηση απέδιδε τα ΥΚΩ.

«Εάν η κυβέρνηση ακολουθούσε το δικό μας σχέδιο που δεν περιελάμβανε αυξήσεις για τους καταναλωτές και παράλληλα απέδιδε τα ΥΚΩ όπως κάναμε και εμείς δεν θα υπήρχε πρόβλημα για την ΔΕΗ» υποστήριξε ο κ. Φάμελλος υπογραμμίζοντας ότι «τα μέτρα που προγραμματίζει η ηγεσία του υπουργείου έρχονται για να καλύψουν την αδυναμία του υπουργείου Οικονομικών να δώσει τα 300 εκατ. ευρώ για ΥΚΩ και γιατί η αγορά πιέζει για αύξηση της τιμής ρεύματος.

Οι ιδιώτες χωρίς να επενδύσουν θα έχουν την δυνατότητα είτε αύξησης των κερδών τους είτε να πάρουν πελάτες της ΔΕΗ».

Επίσης ο κ. Γιώργος Αρβανιτίδης του ΚΙΝΑΛ υπογράμμισε πως «δεν πέρασαν ούτε 2 μήνες από τις διαβεβαιώσεις του Πρωθυπουργού, κατά τα προγραμματικές δηλώσεις, ότι δεν θα αυξηθούν τα τιμολόγια ρεύματος για τους καταναλωτές, και σήμερα, η κυβέρνηση ανακοινώνει αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ.

Τα περί «ίσα βάρκα-ίσα νερά» και μη αρνητικής επίδρασης για τους καταναλωτές με αντιστάθμισμα την μείωση του ΦΠΑ κ του τέλους ΑΠΕ είναι καθρεφτάκια για ιθαγενείς.

Παράλληλα, η κυβέρνηση διώχνει από τη ΔΕΗ τους καλοπληρωτές πελάτες, με την μείωση της έκπτωσης συνέπειας και δεν ανατρέπει τις απαράδεκτες δεσμεύσεις που είχε αναλάβει η προηγούμενη κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση επιδίδονται σε ανούσιες κοκορομαχίες και αλληλοκατηγορίες, απαξιώνοντας καθημερινά και ο δυο με τις δηλώσεις και τις αποφάσεις τους την μεγαλύτερη ηλεκτρική εταιρεία της χώρας, τη ΔΕΗ.

Μια ΔΕΗ, η οποία όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει στο Κίνημα Αλλαγής χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο και εθνική συνεννόηση για να βρει τον νέο ρόλο της στην εποχή ενεργειακής μετάβασης που ζούμε.

Ένας ρόλος που δεν θα μας τον υποδείξουν γνωστοί-άγνωστοι σύμβουλοι και πολυεθνικές, όπως ξεκάθαρα διαφαίνεται ότι αναμένει η κυβέρνηση.

Αλλά θα είναι πολιτική απόφαση με βάση τα εθνικά συμφέροντα.

Δημόσιος έλεγχος, προστασία εργασιακών δικαιωμάτων, μη αύξηση των τιμολογίων και σημαντική στροφή σε ΑΠΕ είναι το τετράπτυχο που προτείνουμε εμείς.

Άμεσες ή έμμεσες αυξήσεις στις τιμές ρεύματος δεν μας βρίσκουν σύμφωνους καθώς πλήττουν το εισόδημα των καταναλωτών αλλά επιβαρύνουν και το κόστος των επιχειρήσεων που προσπαθούν να ανακάμψουν».

(Visited 1 times, 1 visits today)
By