Ένα ακόμη κομμάτι στο δύσκολο παζλ του μετασχηματισμού των ΕΛΤΑ επιχειρεί να βάλει η διοίκηση του οργανισμού, δρομολογώντας ένα νέο ψηφιακό έργο προϋπολογισμού 5 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ, σε μια περίοδο κατά την οποία τα Ελληνικά Ταχυδρομεία βρίσκονται αντιμέτωπα με την ανάγκη περιορισμού του λειτουργικού τους κόστους, αναδιάρθρωσης του δικτύου και εκσυγχρονισμού ενός μοντέλου λειτουργίας που πιέζεται εδώ και χρόνια. Το νέο έργο αφορά τη δημιουργία μιας ενιαίας τεχνολογικής πλατφόρμας, η οποία φιλοδοξεί να συνδέσει τις λειτουργίες των καταστημάτων με ολόκληρη την αλυσίδα διακίνησης, παρακολούθησης και παράδοσης των ταχυδρομικών αντικειμένων και δεμάτων. Πρόκειται ουσιαστικά για τη δημιουργία της νέας ψηφιακής «ραχοκοκαλιάς» των ΕΛΤΑ, από το γκισέ μέχρι την πόρτα του παραλήπτη.
Το project, με τίτλο «Retail & Delivery Transformation Initiative – Integrated Retail Systems & Delivery Control Tower and Track & Trace Solutions», βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο στάδιο της προκαταρκτικής διαβούλευσης και θα ακολουθήσει διαγωνιστική διαδικασία. Τη διαβούλευση διενεργεί η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας (ΕΕΣΥΠ), μέσω της Μονάδας Συμβάσεων Στρατηγικής Σημασίας (PPF), για λογαριασμό της Αναθέτουσας Αρχής.
Η σχετική πρόσκληση εκδόθηκε στις 7 Αυγούστου, μετά και τη συνεδρίαση της Κυβερνητικής Επιτροπής Συμβάσεων Στρατηγικής Σημασίας στις 27 Ιουλίου 2026. Η αγορά καλείται να τοποθετηθεί επί των τεχνικών προδιαγραφών, του ύψους του προϋπολογισμού σε σχέση με το αντικείμενο του έργου, αλλά και επί επιμέρους όρων της μελλοντικής διακήρυξης. Η διαβούλευση ολοκληρώνεται στις 10 Σεπτεμβρίου 2026, ενώ το έργο θα χρηματοδοτηθεί από τα ίδια τα ΕΛΤΑ.
Η δύσκολη εξίσωση των ΕΛΤΑ
Το νέο ψηφιακό project έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Ο οργανισμός βρίσκεται εν μέσω μιας δύσκολης αναδιάρθρωσης του φυσικού του δικτύου, η οποία επιχειρεί να περιορίσει το λειτουργικό κόστος και να προσαρμόσει την εταιρεία στις μεγάλες αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην ταχυδρομική αγορά.
Η συρρίκνωση της παραδοσιακής αλληλογραφίας, η μετατόπιση της αγοράς προς τα δέματα και τις ταχυμεταφορές, ο ανταγωνισμός από ιδιωτικές εταιρείες και το υψηλό κόστος διατήρησης ενός εκτεταμένου πανελλαδικού δικτύου έχουν καταστήσει την εξίσωση ιδιαίτερα δύσκολη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η ίδια η διοίκηση των ΕΛΤΑ είχε επισημάνει το 2025 ότι ο οργανισμός καταγράφει ζημιές για περισσότερες από τρεις δεκαετίες και ότι η βιωσιμότητά του απαιτεί άμεσες παρεμβάσεις. Παράλληλα, το σχέδιο αναδιάρθρωσης του δικτύου έχει αποδειχθεί δυσκολότερο στην εφαρμογή του από ό,τι είχε αρχικά σχεδιαστεί.
Μέχρι τις αρχές Ιουλίου 2026 είχαν αναστείλει τη λειτουργία τους περίπου 60 καταστήματα, ενώ ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε σημαντικά μεγαλύτερη μετάβαση σημείων σε συνεργασία με ιδιώτες πράκτορες. Βασικός οικονομικός στόχος της αναδιάρθρωσης είναι να περιοριστεί η λειτουργική «αιμορραγία» του δικτύου από περίπου 3 εκατ. ευρώ τον μήνα σε 1,5 εκατ. ευρώ.
Η προσπάθεια δεν αφορά μόνο λουκέτα. Το μοντέλο που προωθείται προβλέπει μεγαλύτερη αξιοποίηση πρακτορείων και σημείων συνεργατών, ώστε να διατηρείται η παρουσία των ΕΛΤΑ σε περισσότερες περιοχές με χαμηλότερο σταθερό λειτουργικό κόστος. Η αναδιάρθρωση έχει προκαλέσει σημαντικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου το ταχυδρομείο εξακολουθεί να αποτελεί βασικό σημείο εξυπηρέτησης κατοίκων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Δεν αφορά απλώς την προμήθεια ενός ακόμη πληροφοριακού συστήματος, αλλά την προσπάθεια να περιοριστεί ο τεχνολογικός κατακερματισμός και να δημιουργηθεί ένα λειτουργικό μοντέλο περισσότερο προσαρμοσμένο στις σύγχρονες ανάγκες των ταχυμεταφορών και των logistics.
Από τα παλιά συστήματα σε μία πλατφόρμα
Σήμερα τα ΕΛΤΑ λειτουργούν με διαφορετικά πληροφοριακά συστήματα, τα οποία έχουν αναπτυχθεί σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και εξυπηρετούν ξεχωριστά τμήματα της δραστηριότητάς τους.
Στα καταστήματα χρησιμοποιείται το Web Riposte, το οποίο υποστηρίζει τις ταχυδρομικές και οικονομικές συναλλαγές, την πώληση προϊόντων και υπηρεσιών και την έκδοση των σχετικών παραστατικών. Στις υπηρεσίες ταχυμεταφορών λειτουργεί το EXANDAS, το οποίο χρησιμοποιείται για την καταχώριση και διαχείριση αποστολών και την παρακολούθηση της πορείας τους, ενώ το ERMIS αποτελεί το σύστημα παρακολούθησης των ταχυδρομικών αντικειμένων.
Τα ίδια τα τεύχη του υπό προετοιμασία έργου αναγνωρίζουν ότι η σημερινή αρχιτεκτονική δημιουργεί ολοένα μεγαλύτερες προκλήσεις σε επίπεδο επεκτασιμότητας, διαλειτουργικότητας και λειτουργικής αποτελεσματικότητας. Στόχος είναι επομένως η σταδιακή απόσυρση και αντικατάσταση παλαιών συστημάτων που πλησιάζουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους και η μετάβαση σε μια σύγχρονη αρχιτεκτονική.
Η νέα πλατφόρμα θα καλύπτει δύο μεγάλους επιχειρησιακούς τομείς. Ο πρώτος αφορά τα καταστήματα και τα σημεία εξυπηρέτησης των ταχυδρομικών υπηρεσιών και των ταχυμεταφορών και ο δεύτερος ολόκληρη την αλυσίδα διανομής, από την παραλαβή και τα κέντρα διαλογής έως την τελευταία διαδρομή και την παράδοση στον πελάτη.
Το μέγεθος του δικτύου
Το εύρος του εγχειρήματος αποτυπώνεται στους αριθμούς που περιλαμβάνονται στα τεύχη. Το σύστημα σχεδιάζεται ώστε να μπορεί να εξυπηρετεί περίπου 1.000 ιδιόκτητα και συνεργαζόμενα σημεία, με συνολικά περίπου 1.800 γκισέ.
Παράλληλα, περίπου 2.500 φορητές συσκευές χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες της τελευταίας φάσης διανομής από ταχυδρόμους και διανομείς, ενώ το επιχειρησιακό δίκτυο περιλαμβάνει 67 κόμβους διανομής, τέσσερα κέντρα διαλογής και επτά σταθμούς διαμετακόμισης.
Σε επίπεδο όγκου, το σύστημα καλείται να διαχειρίζεται περίπου 24 εκατ. παρακολουθούμενα δέματα ετησίως, από τα οποία περίπου 22 εκατ. αντιστοιχούν στις υπηρεσίες ταχυμεταφορών και 2 εκατ. στο ταχυδρομικό σκέλος. Προστίθενται περίπου 3,3 εκατ. παρακολουθούμενα αντικείμενα αλληλογραφίας, καθώς και περίπου 60 εκατ. αντικείμενα για τα οποία παρακολουθούνται συγκεκριμένα στάδια συλλογής και παράδοσης.
Οι αριθμοί αυτοί εξηγούν και γιατί η ενοποίηση των συστημάτων αποτελεί κρίσιμο κομμάτι του μετασχηματισμού, καθώς οποιαδήποτε τεχνολογική αλλαγή πρέπει να πραγματοποιηθεί χωρίς να διαταραχθεί ένα δίκτυο που εξακολουθεί να διαχειρίζεται δεκάδες εκατομμύρια αντικείμενα κάθε χρόνο.
Ένας ψηφιακός «πύργος ελέγχου»
Κεντρικό στοιχείο της επένδυσης θα αποτελέσει το λεγόμενο «Control Tower», ένας ψηφιακός «πύργος ελέγχου» μέσω του οποίου τα ΕΛΤΑ θα μπορούν να αποκτήσουν κεντρική εικόνα της εφοδιαστικής τους αλυσίδας.
Το σύστημα θα παρακολουθεί την πρώτη παραλαβή των αντικειμένων, τη μετακίνησή τους μέσω κόμβων και κέντρων διαλογής και την τελική παράδοση. Παράλληλα θα υποστηρίζει τον σχεδιασμό των διαδρομών, την παρακολούθηση της απόδοσης του δικτύου, τη διαχείριση προβλημάτων και αποκλίσεων και τη συνεργασία με τρίτους μεταφορείς.
Στόχος είναι μια αποστολή να παρακολουθείται μέσα από ένα ενιαίο περιβάλλον από τη στιγμή που εισέρχεται στο δίκτυο μέχρι να φτάσει στον τελικό παραλήπτη, ανεξάρτητα από το εάν σε επιμέρους στάδια εμπλέκεται το δίκτυο των ΕΛΤΑ ή εξωτερικός συνεργάτης.
Τα κριτήρια για τον μελλοντικό ανάδοχο
Υψηλές είναι και οι απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στο υπό διαβούλευση σχέδιο για τους οικονομικούς φορείς που θα θελήσουν να διεκδικήσουν τη σύμβαση όταν προκηρυχθεί ο διαγωνισμός.
Με βάση τους σημερινούς όρους, απαιτείται μέσος ετήσιος κύκλος εργασιών κατά την τελευταία τριετία τουλάχιστον ίσος με το 100% του προϋπολογισμού. Με το σημερινό ανώτατο όριο των 5 εκατ. ευρώ, αυτό μεταφράζεται σε μέσο ετήσιο κύκλο εργασιών τουλάχιστον 5 εκατ. ευρώ.
Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει επίσης να έχουν υλοποιήσει τουλάχιστον τρία έργα αντίστοιχης κλίμακας και πολυπλοκότητας μέσα στην τελευταία πενταετία, ενώ τουλάχιστον ένα θα πρέπει να αντιστοιχεί ή να υπερβαίνει τη συνολική αξία της προσφοράς τους. Τουλάχιστον ένα έργο αναφοράς πρέπει να αφορά ταχυδρομικές υπηρεσίες, ταχυμεταφορές, logistics ή μεγάλο αποκεντρωμένο δίκτυο λιανικής.
Το όριο των 5 εκατ. και η πενταετία
Το οικονομικό αντικείμενο δεν περιορίζεται στην αρχική εγκατάσταση του συστήματος. Οι προσφορές θα αξιολογούνται με βάση το συνολικό κόστος ιδιοκτησίας σε ορίζοντα πενταετίας, στο οποίο περιλαμβάνονται η υλοποίηση, οι άδειες ή συνδρομές λογισμικού, η φιλοξενία και οι υποδομές, καθώς και η υποστήριξη και συντήρηση.
Το ανώτατο διαθέσιμο ποσό έχει οριστεί στα 5 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ και, σύμφωνα με το σχέδιο, προσφορά της οποίας το συνολικό κόστος πενταετίας υπερβαίνει το συγκεκριμένο όριο θα απορρίπτεται ως μη συμμορφούμενη.
Ως προς τις πληρωμές για την υλοποίηση, προβλέπεται 10% με την υπογραφή της σύμβασης, 10% με την ολοκλήρωση της επιχειρησιακής ανάλυσης και 30% με την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας. Το υπόλοιπο κατανέμεται σε δύο ετήσιες δόσεις του 25%, ενώ τα επαναλαμβανόμενα κόστη θα καταβάλλονται σε δύο δόσεις ανά έτος κατά την πενταετή περίοδο μετά την έναρξη λειτουργίας.
Ορίζοντας 18 μηνών
Από τη στιγμή που θα ολοκληρωθεί η μελλοντική διαγωνιστική διαδικασία και θα υπογραφεί η σύμβαση, το σχέδιο προβλέπει μέγιστη διάρκεια 18 μηνών για την πλήρη επιχειρησιακή ανάπτυξη της πλατφόρμας.
Οι πρώτοι 15 μήνες θα μπορούν να διατεθούν στον σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την παραμετροποίηση, τις διασυνδέσεις, τις δοκιμές και τις προπαρασκευαστικές εργασίες, ενώ τρεις μήνες προβλέπονται για την ανάπτυξη του συστήματος σε πλήρη κλίμακα.
Το νέο σύστημα θα πρέπει να καλύψει ιδιόκτητα καταστήματα, συνεργαζόμενα σημεία και πρακτορεία, μονάδες διανομής, κόμβους logistics και αποθήκες, με βασική απαίτηση η μετάβαση να γίνει χωρίς να διαταραχθεί η καθημερινή λειτουργία του οργανισμού.
Το στοίχημα για τα ΕΛΤΑ είναι επομένως διπλό. Από τη μία πλευρά καλούνται να περιορίσουν ένα βαρύ λειτουργικό κόστος και να ολοκληρώσουν μια δύσκολη αναδιάρθρωση του φυσικού τους δικτύου. Από την άλλη, πρέπει να επενδύσουν στην τεχνολογία ώστε το νέο, μικρότερο και περισσότερο ευέλικτο δίκτυο να λειτουργεί αποτελεσματικότερα και να ανταποκριθεί σε μια αγορά όπου το βάρος μετατοπίζεται όλο και περισσότερο από την παραδοσιακή αλληλογραφία στα δέματα, τις ταχυμεταφορές και τις ψηφιακές υπηρεσίες.
Υπό αυτή την έννοια, το έργο των 5 εκατ. ευρώ αποτελεί ένα ακόμη κρίσιμο βήμα στην προσπάθεια των Ελληνικών Ταχυδρομείων να περάσουν από ένα κατακερματισμένο και κοστοβόρο μοντέλο σε μια περισσότερο ενοποιημένη και ψηφιακή λειτουργία. Το εάν αυτή η μετάβαση θα είναι αρκετή για να συμβάλει ουσιαστικά στην οικονομική εξυγίανση του οργανισμού είναι το μεγάλο στοίχημα της επόμενης περιόδου.




















