Πέμπτη, 21 Μαρτίου, 2019

Enterprise Greece: Πρέπει να διπλασιάσουμε τις εξαγωγές για τα φτάσουμε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Αντί για λουκέτα, εγκαίνια. Η μεταμνημονιακή εποχή της επιχειρηματικότητας έχει ήδη ξεκινήσει, τα στοιχεία κάνουν λόγω για «έκρηξη», όμως υπάρχουν πολλά ακόμα που πρέπει να βελτιωθούν ώστε η Ελλάδα να επιστρέψει για τα καλά στο δρόμο της ανάπτυξης.

Τα πρώτα χρόνια των μνημονίων, η εικόνα των κλειστών καταστημάτων προκαλούσε σφίξιμο στην καρδιά. Εικόνα εγκατάλειψης μιας ζωής ολόκληρης, αφού τα «λουκέτα» σε συντριπτικό ποσοστό αφορούσαν μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Τα δικά μας «μαγαζιά της γειτονιάς» δεν άντεξαν την κρίση. Οκτώ χρόνια δύσκολα, με τις ευκαιρίες περιορισμένες, τη χρηματοδότηση πενιχρή και τη φορολογία στα ύψη. Σιγά-σιγά, όμως, κάτι άρχισε να δημιουργείται και το πρώτο φως φάνηκε στην άκρη του τούνελ.

Μέχρι που φτάσαμε στο 2018, έτος της «εκτόξευσης» στην έναρξη νέων επιχειρήσεων και τον συνδυασμό -αυτό είναι το πλέον σημαντικό- με την κάθετη πτώση της λήξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Με απλά λόγια, πολλά μαγαζιά άνοιξαν, λίγα έκλεισαν και για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια το ισοζύγιο εμφάνισε τόσο υψηλό θετικό πρόσημο που οι συστάσεις νέων επιχειρήσεων ήταν σχεδόν διπλάσιες των διαγραφών.

Εικόνα αντίθετη με τα προηγούμενα χρόνια και αντιδιαμετρική με το καταστροφικό 2011 όταν το σοκ του πρώτου μνημονίου, των οριζόντιων μέτρων και της φτωχοποίησης της χώρας, οδήγησε περισσότερες από 100.000 επιχειρήσεις στην απόφαση να βάλουν λουκέτο.

Από τότε το ισοζύγιο ήταν, έστω και οριακά, θετικό με εξαίρεση το 2016, όταν αναδείχθηκαν οι συνέπειες των capital controls που επιβλήθηκαν το καλοκαίρι του 2015. Όμως από το 2017 επανήλθε η ισορροπία και έκτοτε τα πράγματα πηγαίνουν από το καλό στο καλύτερο. Το 2018 χαρακτηρίστηκε από τους ειδικούς ως η χρονιά της εκτόξευσης με περίπου 32.000 νέες επιχειρήσεις να εγγράφονται στα τοπικά επιμελητήρια και 18.000 να κλείνουν.

Και η ανοδική πορεία συνεχίζεται καθώς σύμφωνα με στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (ΓΕΜΗ), τον Ιανουάριο του 2019 ιδρύθηκαν 2.907 επιχειρήσεις, ενώ υπήρξαν 1.489 διαγραφές. Υπερδιπλάσια τα εγκαίνια.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΓΕΜΗ που έδωσε στη δημοσιότητα το υπουργείο Οικονομικών έως το 2017 και σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2019, οι συνολικές συστάσεις και διαγραφές Επιχειρήσεων από το 2011 έως και το 2018 έχουν ως εξής:

ΕΤΟΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΙΣΟΖΥΓΙΟ

2011 37.880 106.286 -68.406

2012 41.506 40.802 704

2013 41.723 38.739 2.984

2014 36.023 36.608 -585

2015 29.719 26.716 3.003

2016 28.705 33.883 -5.178

2017 30.077 24.046 6.031

2018 32.379 18.632 13.747

Όπως τονίζουν οι ειδικοί στον χώρο των επιχειρήσεων, η αύξηση αυτή είναι ένα πραγματικό γεγονός που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ανάπτυξη, ευημερία και αύξηση της απασχόλησης, δεν αφήνει όμως περιθώρια για εφησυχασμό.

Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί ραγδαία το ποσοστό της «επιχειρηματικότητας ανάγκης» η οποία αποτυπώνεται στις σχετικές έρευνες, με τελευταία αυτή του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) που δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2018. Το 29% των νέων επιχειρηματιών δήλωσε πως βασικό κίνητρο αποτέλεσε ο βιοπορισμός κι αυτό το ποσοστό «επιχειρηματικότητας ανάγκης» είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Τέτοιου είδους εγχειρήματα ενέχουν μεγάλο κίνδυνο να αποδειχθούν μικρής διάρκειας, αφού κίνητρο είναι η ανάγκη και όχι η επιχειρηματική ευκαιρία.

Η ίδια έρευνα, ωστόσο, κατέδειξε ότι αυξήθηκε για 4η διαδοχική χρονιά η επιχειρηματικότητα ευκαιρίας. Ενδεικτικά ορισμένα από τα θετικά συμπεράσματα που εξάγονται από την έρευνα του ΙΟΒΕ:

– Για 4η διαδοχική χρονιά αυξήθηκε το ποσοστό (37%) εκείνων που ξεκίνησαν το εγχείρημά τους αξιοποιώντας μια ευκαιρία που διέκριναν στην αγορά. Δηλαδή η Επιχειρηματικότητα Ευκαιρίας.

– Ενισχύεται η συμμετοχή στην επιχειρηματικότητα ατόμων με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, καθώς πάνω από τους μισούς διαθέτουν πτυχίο πανεπιστημιακού επιπέδου.

– Σταθεροποιείται η συνεισφορά άτυπων επενδυτών στη χρηματοδότηση νέων εγχειρημάτων, αν και οι περισσότεροι είναι μέλη της ευρύτερης οικογένειας του επιχειρηματία.

– Ενισχύεται ο τομέας της μεταποίησης στο 25% του συνόλου, με μικρή υποχώρηση της λιανικής στο 55%.

– Ενισχύεται η εξωστρέφεια, καθώς το 80% των νέων εγχειρημάτων απευθύνεται και σε ξένες αγορές.

– Οι νέοι θεωρούν πλέον ότι την επιχειρηματικότητα ως σχετικά καλή επιλογή επαγγελματικής σταδιοδρομίας, και κοινωνικής καταξίωσης.

Προέχει ωστόσο να ξεπεραστούν οι ανασφάλειες και οι φοβίες που δημιούργησε μια δεκαετία οικονομικής κρίσης. Σε πρόσφατη έρευνας του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ ο δείκτης ανασφάλειας και φόβου για την πορεία της επιχείρησης υποχωρεί σταθερά τα τελευταία τρία χρόνια, όμως παραμένει σε υψηλές τιμές.

Το 31,4% των επιχειρηματιών θεωρεί ότι είναι αρκετά ή πολύ πιθανό να βάλει «λουκέτο» σε σύντομο χρονικά διάστημα. Τον Ιούλιο του 2017 το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε το 38,1%. Ο φόβος της αποτυχίας είναι σταθερά υψηλός και το ποσοστό από τα χειρότερα παγκοσμίως.

Η έρευνα του ΙΟΒΕ αποτυπώνει γενικότερα μια ιδιαίτερα απαισιόδοξη προσέγγιση, από τους ίδιους τους νέους επιχειρηματίες! Το 64,5% των Ελλήνων επιχειρηματιών δηλώνει ότι κανένας πελάτης δε θα θεωρήσει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τους νέα και πρωτοποριακά, έναντι 50,1% σε 18 ευρωπαϊκές χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα. Την ίδια στιγμή, το 54% των ελληνικών επιχειρήσεων αξιοποιούν ήδη γνωστές τεχνολογίες για την παραγωγή των προϊόντων τους, ενώ οι μισοί επιχειρηματίες (50,7%) εισέρχονται σε αγορές με ήδη ισχυρό ανταγωνισμό, αριθμοί που δεν είναι αρνητικοί σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες.

Άρα λείπει η… αισιοδοξία κι αυτό αντικατοπτρίζεται από άλλους δύο δείκτες. Ο φόβος της επιχειρηματικής αποτυχίας (70%) είναι από τους υψηλότερους παγκοσμίως, ενώ ελάχιστοι (μόλις 13,7%) θεωρούν ότι η Ελλάδα παρέχει επιχειρηματικές ευκαιρίες και μάλιστα το ποσοστό αυτό αφορά το σύνολο του πληθυσμού, όχι μόνο τους επιχειρηματίες.

Η αυτοπεποίθηση στην Ελλάδα παραμένει στο ναδίρ κι αυτό αποτελεί ξεκάθαρα «μνημονιακή» συνέπεια, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό ήταν υπερδιπλάσιο (27,8%) το 2009, όταν άρχισε η «κατηφόρα» και… καταποντίστηκε στο 10,8% το 2011.

Πέραν όμως της απαισιοδοξίας και της έλλειψης αυτοπεποίθησης, απουσιάζει και η γυναικεία «πινελιά». Οι Ελληνίδες απέχουν… πανηγυρικά από τα νέα επιχειρηματικά εγχειρήματα καθώς οι επιδόσεις τους (5,1%) είναι οι χειρότερες ανάμεσα στις 18 ευρωπαϊκές χώρες.

Δεν διαφαίνεται επιθυμία ή πρόθεση να υλοποιήσουν επιχειρηματικές ιδέες. Κι αυτό έρχεται σε απόλυτη αντιδιαστολή με την «πρωτιά» που καταλαμβάνουν στη συμμετοχή σε εδραιωμένες επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν για περισσότερα από 3,5 χρόνια. Σύμφωνα με μετρήσεις που καλύπτουν και το 2016, οι Ελληνίδες είναι στην κορυφή με ποσοστό 10,8%, κι αυτό αποτελεί συνέπεια της υψηλής αυτοαπασχόλησης.

Η συμμετοχή των γυναικών σε νέες επιχειρήσεις ερμηνεύεται εν μέρει και από τις κοινωνικές αντιλήψεις που επικρατούν σε κάθε χώρα. Αν, δηλαδή, κυριαρχεί η αντίληψη πως υπάρχουν ευκαιρίες, αν εμπιστεύονται τις δυνατότητές τους και πόσο επηρεάζονται από το φόβο της αποτυχίας. Στους συγκεκριμένους δείκτες η Ελλάδα είναι και πάλι ουραγός, καθώς μόνο το 11% των γυναικών θεωρεί ότι υπάρχουν ευκαιρίες για ένα επιχειρηματικό ξεκίνημα. Είναι ξεκάθαρο ότι βρισκόμαστε πολύ πίσω, από τη στιγμή που ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι τριπλάσιος (33%)

ΕΒΕΘ: Αύξηση άνω του 57% στις εγγραφές στα μητρώα το 2018, μείωση 20% στις διαγραφές

Σημαντική αύξηση των εγγραφών νέων επιχειρήσεων στα μητρώα του, κατά 57,6%, σε σχέση με το 2017, καταγράφει για το 2018 το Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης (ΕΒΕΘ), με ταυτόχρονη αισθητή μείωση των διαγραφών κατά 20%. Συγκεκριμένα, 1371 επιχειρήσεις έκαναν πέρυσι έναρξη και πραγματοποίησαν εγγραφή στα μητρώα του ΕΒΕΘ, ενώ 559 «κατέβασαν ρολά» και διεγράφησαν.

Η αύξηση των εγγραφών αφορά κυρίως τις ΟΕ (ομόρρυθμες εταιρείες), κατηγορία στην οποία καταγράφεται ένα εντυπωσιακό 408%, ενώ ακολουθούν οι Ετερόρρυθμες (ΕΕ) με 127%, οι Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ) με 76% και οι Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές Εταιρίες (ΙΚΕ) με 28%. Στην περίπτωση των ατομικών επιχειρήσεων η αύξηση είναι μόνο 8%, ενώ στην κατηγορία των Ανώνυμων Εταιριών (ΑΕ), οι εγγραφές έφτασαν πέρυσι τις 96 και οι διαγραφές περιορίστηκαν σε 51.

Σχολιάζοντας το ισοζύγιο αυτό, ο πρόεδρος του ΕΒΕΘ, επιχειρηματίας Γιάννης Μασούτης, εξέφρασε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ την ελπίδα «η τάση να συνεχιστεί και να επαληθευτούν οι προσδοκίες για δημιουργία ενός καλύτερου επιχειρηματικού κλίματος στο κοντινό μέλλον με χαμηλότερες ασφαλιστικές εισφορές και μείωση των φορολογικών συντελεστών (…)».

Ερωτηθείς σε ποιους κλάδους επιχειρηματικής δραστηριότητας καταγράφονται οι περισσότερες εγγραφές-διαγραφές, ο κ. Μασούτης επισημαίνει ότι παρότι δεν μπορεί να βγάλει κάποιος ασφαλή συμπεράσματα από τους κωδικούς δραστηριότητας των επιχειρήσεων (αφού αυτές δηλώνουν σειρά κωδικών και μάλιστα με εντελώς διαφορετικά αντικείμενα), ωστόσο η εκτίμηση είναι ότι «αναμφισβήτητα, τον τελευταίο χρόνο, έχει παρατηρηθεί βελτίωση των μεγεθών στις επιχειρήσεις που απευθύνονται σε αγορές του εξωτερικού είτε αυτό αφορά άμεσες εξαγωγές αγαθών, είτε αγαθών αλλά κυρίως υπηρεσιών που σχετίζονται κυρίως με τον τομέα του τουρισμού».

Κληθείς να σχολιάσει αν πιστεύει ότι οι νέες επιχειρήσεις στην Ελλάδα, μετά την κρίση, εξακολουθούν να είναι πολύ μικρές και να εντάσσονται στο πλαίσιο της «επιχειρηματικότητας ανάγκης», με κυρίαρχο χαρακτηριστικό την αυτοαπασχόληση ή αυτό έχει αλλάξει, ο κ. Μασούτης απαντά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «(…)Από πρόσφατη έρευνα που έκανε το ΕΒΕΘ στο τέλος Ιανουαρίου 2019, αναφορικά με τις προσφερόμενες θέσεις εργασίας, προέκυψε ότι για το κοντινό μέλλον, οι επιχειρήσεις προβλέπουν αύξηση (απασχόλησης) σε ποσοστό 16%, μείωση προβλέπει το 14%, ενώ το 66% προβλέπει αμετάβλητη κατάσταση».

Αναφορικά με το σημαντικότερο αντικίνητρο για την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα και την πιο ευνοϊκή αλλαγή που έχει παρατηρηθεί ο κ. Μασούτης λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «Επικαλούμενος και πάλι την προαναφερόμενη έρευνα, όσον αφορά στα θετικά, την πρώτη θέση καταλαμβάνουν η άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και η αίσθηση που δημιούργησε η τυπική λήξη των μνημονίων. Αναφορικά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις, την πρώτη θέση με ποσοστό 75% καταλαμβάνουν οι φορολογικές υποχρεώσεις και ακολουθούν η μειωμένη ρευστότητα (58%), ο μειωμένος κύκλος εργασιών (43%), οι επισφάλειες πελατών (42%) και η αδυναμία πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση (33%)».

«Για να μπορέσει να ορθοποδήσει η οικονομία χωρίς στήριξη (…) πρέπει να αρχίσει και πάλι να παράγει. Αυτό λοιπόν που χρειαζόμαστε είναι η υιοθέτηση μέτρων που θα εξασφαλίσουν με τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Έχω αναφέρει, πολλές φορές, ότι πρέπει να προσελκύσουμε επενδύσεις σε καινοτόμες και εξωστρεφείς, παραγωγικές δραστηριότητες, που θα αποφέρουν εισόδημα σε ελληνικά χέρια. Χρειάζεται ένα επιχειρηματικό περιβάλλον φιλικό στο επιχειρείν με ξεκάθαρο νομοθετικό πλαίσιο, γρήγορες αδειοδοτήσεις, ξεκάθαρο χωροταξικό πλαίσιο, ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης και σταθερό φορολογικό καθεστώς με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές. Τέλος, πρέπει να αποκατασταθεί η ρευστότητα, η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει: επιτάχυνση της επιστροφής των οφειλών του κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα, ρύθμιση των κόκκινων δανείων και επιτάχυνση του εξωδικαστικού συμβιβασμού των επιχειρήσεων με την αξιοποίηση των επιμελητηριακών δομών» καταλήγει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο επιχειρηματίας, που δραστηριοποιείται στον κλάδο του λιανεμπορίου.

By