Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου, 2019

Η ελληνική βιομηχανία ένδυσης κάνει το δικό της comeback

Για την πολύπαθη ελληνική βιομηχανία ένδυσης φαίνεται ότι άρχισε να μυρίζει άνοιξη.

Οι πωλήσεις στην εγχώρια αγορά μπορεί να παραμένουν σε πτωτική τροχιά, ωστόσο το κομμάτι των εξαγωγών όχι μόνο αναπτύσσεται σταθερά από το 2013 και μετά (με μία μικρή παρένθεση το 2015), αλλά και επιταχύνει ρυθμό.

Σύμφωνα με τα τελευταία στατιστικά στοιχεία του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πλεκτικής και Ετοίμου Ενδύματος Ελλάδος (ΣΕΠΕΕ), το πρώτο εξάμηνο της τρέχουσας χρονιάς η αξία των ελληνικών εξαγωγών ενδυμάτων αυξήθηκε κατά 39% σε σχέση με πέρυσι, φτάνοντας τα 453 εκατ. ευρώ!

Τη διετία 2017-2018, δε, οι εξαγωγές ενδυμάτων είχαν καταγράψει αθροιστικά αύξηση 25%. Σημειωτέον ότι σοβαρός όγκος εξαγωγών που πραγματοποιούνται από ελληνικές εταιρείες φορτώνονται απευθείας, π.χ., από τη Βουλγαρία ή τη Ρουμανία, και γενικώς απ’ όπου μπορεί να διατηρούν θυγατρικές και δεν συμπεριλαμβάνονται στα συγκεκριμένα μεγέθη.

Αν και τα στοιχεία αυτά εξακολουθούν να μην μπορούν να συγκριθούν με τα τεράστια μεγέθη της ελληνικής βιομηχανίας ένδυσης κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, όταν οι βιομηχανίες παρήγαγαν κατά κύριο λόγο φασόν για λογαριασμό σχεδόν όλων των μεγάλων ευρωπαϊκών εταιρειών ένδυσης, εντούτοις σήμερα παρατηρείται μια σημαντική ποιοτική διαφορά: το 50% των προϊόντων που εξάγονται σήμερα έχουν τη δική τους εμπορική ετικέτα και δεν είναι no name.

Προσπαθούν μάλιστα να βρουν τον δρόμο τους στις βιτρίνες του εξωτερικού. Σε αυτή την κατηγορία υπάγονται πολλές εταιρείες που αρχικά έκαναν όνομα στην εγχώρια αγορά μέσα από μπράντες και αλυσίδες εμπορίας που έγιναν δημοφιλείς.

Η συντριπτική πλειονότητα των συγκεκριμένων εταιρειών διέβλεψε τα προβλήματα στην εγχώρια αγορά και ως εκ τούτου από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας έκανε βήματα και σε ξένες – είτε μέσω δικών τους καταστημάτων είτε μέσω της χονδρικής.

Από την άλλη, στη χώρα εξακολουθούν να υπάρχουν εταιρείες που παράγουν αποκλειστικά φασόν για ξένες μπράντες, οι οποίες μάλιστα έχουν τζίρο που διόλου αμελητέος είναι. Υπολογίζεται ότι ο κύκλος εργασιών για τις αμιγώς εξαγωγικές επιχειρήσεις το 2018 ξεπέρασε τα 150 εκατ. ευρώ.

Βέβαια στις περισσότερες περιπτώσεις το «ελληνικό ρούχο» δεν κατασκευάζεται 100% στην Ελλάδα, με δεδομένο ότι οι περισσότερες βιομηχανίες του κλάδου προτιμούν -για λόγους κόστους- να φέρνουν από το εξωτερικό, κυρίως από Βαλκάνια, Αίγυπτο και Κίνα μέσω δικών τους θυγατρικών ή συνεργαζόμενων εργοστασίων, προϊόντα που έχουν παραχθεί ήδη ως έναν βαθμό.

Στην Ελλάδα όμως θα γίνει η τελική φάση της μεταποίησης ώστε να μπει η ταμπέλα «made in Greece». Αυτό μαρτυρά σε έναν βαθμό και το γεγονός της παράλληλης -έστω κατά τι μικρότερης- αύξησης των εισαγωγών ενδυμάτων την ίδια χρονική περίοδο.

Οι δε εισαγωγές εξακολουθούν να είναι κάτι πάνω από διπλάσιες σε σχέση με τις εξαγωγές. Χαρακτηριστικά, στο α’ εξάμηνο της τρέχουσας χρονιάς η αύξηση έφτασε το 26%, με τις εισαγωγές να ανέρχονται στο 1 δισ. ευρώ.

Σε κάθε περίπτωση, οι εναπομείνασες ελληνικές βιομηχανίες έπειτα από μια περίοδο αναδιάρθρωσης και ξεκαθαρίσματος έχουν λάβει σημαντική ώθηση, ενώ η θετική πορεία του κλάδου κεφαλαιοποιείται και σε όρους απασχόλησης, καθώς ο ΣΕΠΕΕ υπολογίζει ότι τη διετία 2017-2018 δημιουργήθηκαν στην ελληνική βιομηχανία ένδυσης και κλωστοϋφαντουργίας 1.300 νέες θέσεις εργασίας.

Αντίθετη με την πορεία των εξαγωγών είναι η κατάσταση στην εγχώρια αγορά. Το πρώτο εξάμηνο οι πωλήσεις τόσο χονδρικής όσο και λιανικής παρουσιάζουν πτώση. Η μείωση στις πωλήσεις χονδρικής κυμάνθηκε σε ποσοστό 6,5%, ενώ οι λιανικές ήταν μειωμένες κατά 2,3%.

Σήμερα, οι μεγαλύτερες βιομηχανίες ένδυσης της χώρας βάσει τζίρου είναι: η B&F ΑΒΕΕ Ενδυμάτων (BSB) των Βασίλη και Σοφίας Μπιθαρά, η AXF Α.Ε. (Attrattivo) του Ηλία Ξυλούρη, η Intrafashion Group ΑΒΕΕ (Pink Woman) του Παύλου Χατζηπαυλίδη, η Lapin House – Παπαϊωάννου Στ. ΑΒΕE του Στράτου Παπαϊωάννου, η πρώην ΣΤΑΦ Α.Ε. και νυν Interwash Company A.Ε. (Staff Jeans) του Γιάννη Δημοβέλη, η Mercury Corporation ΑΒΕΕ των αδερφών Θεοδωρίδη, η εισηγμένη στο Χ.Α. Βάρδας ΑΕΒΕΕ, η Body Talk Α.Ε. των Γιώργου Λεουτσάκου και Φώτη Ντάντη και η Oxford Company ΑΒΕΕ του Γιώργου Τσιόλια.

Βασίλης και Σοφία Μπιθαρά, Β&F
Σήμερα ο μεγαλύτερος όμιλος στον χώρο της γυναικείας ένδυσης στην Ελλάδα είναι η B&F, η εταιρεία του Βασίλη και της Σοφίας Μπιθαρά, η οποία με το μπραντ BSB από ένα μικρό κατάστημα στην πλατεία Αττικής έχει εξελιχθεί σε μια βιομηχανία ένδυσης με παρουσία σε 19 συνολικά χώρες του εξωτερικού και διαρκώς αυξανόμενες ετήσιες πωλήσεις και μερίδιο αγοράς.

Η εταιρεία δραστηριοποιείται στις εξής χώρες: Ρουμανία, όπου διατηρεί τη θυγατρική BSB Fashion S.A., Κύπρο, όπου διατηρεί τη θυγατρική Bithagio Limited, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Ανδόρα, Αυστρία, Πορτογαλία, Τουρκία, Βουλγαρία, Αρμενία, Αλβανία, Κόσοβο, Ισραήλ, Λίβανο, Ρωσία, Αίγυπτο και Ιαπωνία.

Επιπλέον, διαθέτει παρουσία μέσω χονδρικής σε 600 σημεία πώλησης (σε multi brand καταστήματα) και σε μεγάλα δημοφιλή εμπορικά κέντρα όπως το La Rinascente στο Μιλάνο, τα Coin Department Stores στην Ιταλία και το Yeans Halle στη Γερμανία.

Ο όμιλος αποτελείται από δύο brands/αλυσίδες καταστημάτων -BSB και Lynne- και αριθμεί στο σύνολό του 152 καταστήματα, εκ των οποίων τα 103 βρίσκονται στην Ελλάδα (61 είναι εταιρικά και 42 franchise) και τα 49 βρίσκονται στο εξωτερικό (26 εταιρικά και 23 franchise).

Ο κύκλος εργασιών του ομίλου στη χρήση του 2018 ανήλθε σε 76 εκατ. ευρώ έναντι 69,9 εκατ. στην προηγούμενη, σημειώνοντας αύξηση 6,1%. Πάνω από το 20% των πωλήσεων έγινε στο εξωτερικό.

Παρά τη συνεχιζόμενη αρνητική οικονομική συγκυρία, και εντός του 2018 το μεικτό κέρδους του ομίλου διατηρήθηκε σε πολύ καλό επίπεδο παρουσιάζοντας αύξηση 11,90% σε σχέση με την προηγούμενη χρήση, ενώ το μεικτό κέρδος της εταιρείας παρουσίασε αύξηση 4,25% σε σχέση με την προηγούμενη χρήση.

Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους του ομίλου στη χρήση του 2018 ανήλθαν σε 7,83 εκατ. ευρώ έναντι 4,80 εκατ. ευρώ στην προηγούμενης, σημειώνοντας αύξηση 63,34%.

Παύλος Χατζηπαυλίδης – Intrafashion
Ο άνθρωπος που θέλησε να κάνει το brand Pink Woman «ελληνικό Zara», ο Παύλος Χατζηπαυλίδης, έχει ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια αξιοσημείωτες προσπάθειες στο εξωτερικό.

Η Νο 2 εταιρεία ένδυσης στη χώρα μας σήμερα έχει ένα δίκτυο με 22 ιδιόκτητα μαγαζιά, 100 corners σε Shop-in-Shop και πάνω από 73 franchises σε κεντρικά σημεία και μεγάλα εμπορικά καταστήματα. Παράλληλα αναπτύσσει δράση στο εξωτερικό, όπου έχει δημιουργήσει καταστήματα σε Ιορδανία, Αλβανία και Κύπρο.

Υπολογίζεται ότι στο εργοστάσιο της Intrafashion στο Δάτο Καβάλας παράγονται 4 εκατομμύρια ενδύματα ετησίως. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια η εταιρεία έχει εισέλθει δυναμικά στον χώρο των αξεσουάρ, των υποδημάτων, των εσωρούχων και των μαγιό, δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο ενδυματολογικό προφίλ.

Η Intrafashion, καθώς πέρυσι αποφάσισε να αλλάξει την οικονομική της χρήση από 1/7 ως 30/6 σε 1/1 ως 31/12, κοινοποίησε ισολογισμό που αφορά μόλις μία περίοδο έξι μηνών, μεταξύ 1/7/2018 και 31/12/2018. Σύμφωνα με αυτόν, ο καθαρός κύκλος εργασιών ήταν 15,7 εκατ. ευρώ.

Σημειώνεται, πάντως, ότι στην αμέσως προηγούμενη χρήση (1/7/2017-30/6/2018) είχε καταγράψει αύξηση του κύκλου εργασιών στα 28,19 εκατ. ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, τόσο στην πρώτη περίπτωση όσο και στη δεύτερη οι χρήσεις ήταν ζημιογόνες (245.265 ευρώ και 336.648 ευρώ αντίστοιχα).

Οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της εταιρείας στις 31/12/2018 ήταν 8,33 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα περίπου 4 εκατ. ευρώ αφορούσαν τραπεζικά δάνεια.

Δημήτρης Παπαζαφειρόπουλος – Toi&Moi
Το 2007 ήταν χρονιά-ορόσημο για την οικογένεια Παπαζαφειρόπουλου. Η εταιρεία που είχαν ιδρύσει σχεδόν είκοσι χρόνια πριν τόσο ως κατασκευαστική όσο και ως εμπορική στον χώρο της γυναικείας ένδυσης, καταφέρνοντας να κάνει το brand Toi&Moi ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στη χώρα, θα έκανε τα πρώτα της βήματα στο εξωτερικό.

Και αυτό καθώς η οικογένεια, διαβλέποντας ήδη προβλήματα στην εσωτερική αγορά, θέλησε να αναζητήσει ένα αντίβαρο. Κάπως έτσι, θα ανοίξει τότε το πρώτο σημείο πώλησης Toi&Moi στον Λίβανο, και συγκεκριμένα στη Βηρυτό. Μόλις δύο χρόνια μετά, η εταιρεία θα εγκαινιάσει την παρουσία της στο μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο στον κόσμο, το Dubai Mall, με ένα κατάστημα 300 τ.μ.

Εκτοτε τα ελληνικά -επώνυμα πλέον- ρούχα Toi&Moi που παράγονται στη Νέα Φιλαδέλφεια επιχειρείται να διεισδύσουν στις αγορές της Ανατολής.

Σήμερα η ελληνική εταιρεία παραγωγής και εμπορίας γυναικείας ένδυσης Toi&Μoi διαθέτει 30 ομώνυμα καταστήματα (19 εταιρικά, Shop in Shop και franchise) και περισσότερα από 300 σημεία πώλησης σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό (από την Ολλανδία ως τη Σαουδική Αραβία και το Ντουμπάι) και συνεχίζει να αναπτύσσει το δίκτυό της με τη μέθοδο του franchise.

Επίσης έχει ανοίξει καταστήματα σε Αλβανία και Βουλγαρία επιχειρώντας διείσδυση και στις βαλκανικές αγορές. Παράλληλα προμηθεύει με ενδύματα πάνω από 200 εμπορικά καταστήματα μέσα από το κανάλι της χονδρικής τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες όπως η Αρμενία, η Κύπρος και η Ρωσία.

Σύμφωνα με τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό, το 2018, ο κύκλος εργασιών της εταιρείας ήταν 14,8 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 3,5% σε σχέση με ένα χρόνο πριν, ενώ τα μεικτά κέρδη ανήλθαν στα 7.343.602,03 ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 4,6% σε σχέση με την προηγούμενη χρήση. Οι εργαζόμενοί της φτάνουν τους 153.

Δημήτρης και Ηλίας Δημητριάδης – Mercury Corporation
Τα αδέλφια Δημήτρης και Ηλίας Δημητριάδης, παιδιά μεταναστών στη Γερμανία, βρίσκονται πίσω από μία εταιρεία η οποία είναι σχεδόν αποκλειστικά προσανατολισμένη στις εξαγωγές μέσω της παραγωγής ενδυμάτων για λογαριασμό premium και πολύ γνωστών ρούχων ξένων εταιρειών.

Η Mercury, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, έχει κύκλο εργασιών πάνω από 20 εκατ. ευρώ, κέρδη προ φόρων άνω των 2 εκατ. ευρώ και καμία τραπεζική οφειλή, βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη, όπως προκύπτει από τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό της.

Οι εξαγωγές γίνονται κυρίως σε Ελβετία, Ιταλία, Γαλλία και ΗΠΑ, αν και έχει πελατολόγιο σε δεκάδες άλλες χώρες.

Τα αδέλφια Δημητριάδη, που μεγάλωσαν στη Γερμανία, θα αποφασίσουν στα τέλη του ’70, σε νεαρή ηλικία, να επαναπατριστούν. Πάνω στη χρυσή εποχή του φασόν, το 1984, θα δημιουργήσουν τη Mercury, μια εταιρεία που θα μεγαλώσει και θα φτάσει σήμερα να θεωρείται από τις μεγαλύτερες του είδους στη χώρα.

By