Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου, 2019

Κόκκινα δάνεια: Αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα 80 δισ. ευρώ η επόμενη κυβέρνηση

Με την πρόκληση των «κόκκινων» δανείων θα βρεθεί αντιμέτωπη η νέα κυβέρνηση μετά τις κάλπες της 7ης Ιουλίου.

Παρά τη βελτίωση που καταγράφεται στα τελευταία τρίμηνα, οι δείκτες καθυστερήσεων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ενώ το υπουργείο Οικονομικών δεν έχει εξασφαλίσει την έγκριση της Κομισιόν για τα δύο σχέδια κρατικής υποβοήθησης του κλάδου, που υπό προϋποθέσεις μπορούν να επιταχύνουν σημαντικά τη διαδικασία της εξυγίανσης.

Επιπλέον, δεν είναι ακόμη έτοιμη η ηλεκτρονική πλατφόρμα των αιτήσεων, στο πλαίσιο του νέου νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, παρά το γεγονός ότι το νέο πλαίσιο έχει τεθεί σε ισχύ από τα τέλη Απριλίου.

Τα στοιχεία που παρουσίασε χθες ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στην έκθεσή του για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, είναι ενδεικτικά των δυσκολιών με τις οποίες θα έλθει αντιμέτωπος ο επόμενος υπουργός Οικονομικών.

Ο κεντρικός τραπεζίτης επισημαίνει για μία ακόμη φορά την ανάγκη υιοθέτησης μίας συστημικής λύσης για την ταχύτερη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Όπως υποστηρίζουν αναλυτές, ο νέος τσάρος της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να κινηθεί ταχύτητα για να βοηθήσει τα πιστωτικά ιδρύματα να εφαρμόσουν τον επιχειρησιακό τους σχεδιασμό, καθώς βάσει των δεσμεύσεων έναντι του επόπτη τους θα πρέπει να μειώσουν τους δείκτες καθυστερήσεων σε ποσοστό άνω του 50% έως το τέλος του 2021, κάτω από το 20%.

Αναλυτικότερα, το 2018 βελτιώθηκε η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων, με την υποχώρηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) σε ετήσια βάση κατά 12,64 δισ. ευρώ ή 13,4% στα 81,8 δισ. ευρώ. Ωστόσο, λόγω των αρνητικών ρυθμών πιστωτικής μεταβολής, η μείωση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο συνολικό χαρτοφυλάκιο των τραπεζών ήταν μικρή, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται σε 45,40% στα τέλη της περασμένης χρονιάς από 47,2% δώδεκα μήνες νωρίτερα.

Επιπλέον, η μείωση του λόγου αυτού προήλθε κυρίως από μη οργανικές ενέργειες, καθώς οι τράπεζες δεν έχουν ακόμη καταφέρει να αυξήσουν σημαντικά την αποτελεσματικότητά τους στη θεραπεία προβληματικών δανείων. Ειδικότερα, από τη συνολική μείωση του 2018, το 90% προήλθε από διαγραφές (5,9 δισ. ευρώ) και πωλήσεις χαρτοφυλακίων (5,8 δισ. ευρώ) και όχι μέσω ρυθμίσεων.

Παράλληλα, συνεχίστηκε η καθαρή εισροή νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων κυρίως λόγω αθέτησης υποχρεώσεων από πιστούχους με ρύθμιση οφειλής. Συγκεκριμένα, περίπου 1 στα 5 αναδιαρθρωμένα δάνεια (19,9%) εμφανίζει καθυστέρηση άνω των 90 ημερών, έναντι 19,5% στο τέλος του 2017.

Σε σχέση με τα δάνεια που έχουν ρυθμιστεί, η Τράπεζα της Ελλάδος τοποθετεί το ύψος του στα 46,30 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 25,7% του συνολικού χαρτοφυλακίου, έναντι 25,2% στο τέλος του 2017 (50,3 δισ. ευρώ).

Εντούτοις, στον αντίποδα, σχεδόν τα μισά μη εξυπηρετούμενα δάνεια (47,8%) δεν έχει ρυθμιστεί, έναντι 54,7% στο τέλος του 2017, ενώ τα ποσοστά για τα στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια ανέρχονται σε 44,7%, 35,4% και 55,9% αντίστοιχα.

Προβληματισμό δημιουργεί και το γεγονός ότι το ύψος των δανείων αβέβαιης είσπραξης (25,1 δισ. ευρώ) και το σύνολο των εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων με καθυστέρηση από 1 έως 90 ημέρες (17,6 δισ. ευρώ) παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.

Από την άλλη πλευρά, καθυστέρηση μεγαλύτερη του ενός έτους έχει το 73,60% των στεγαστικών δανείων και το 65,70% των επιχειρηματικών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των καταναλωτικών φτάνει το 70,10%. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην έκθεση του κ. Στουρνάρα, τα πιστωτικά ιδρύματα συνεχίζουν να προσανατολίζονται στην υλοποίηση μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων με έμφαση στην επιμήκυνση της διάρκειας του χρόνου αποπληρωμής.

Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται και το 2018, με τη μεγαλύτερη αύξηση να παρατηρείται στο χαρτοφυλάκιο των στεγαστικών δανείων.

By