Τετάρτη, 5 Αυγούστου, 2020

Κρίση στο Αιγαίο – Έτοιμοι για όλα: Τι είναι ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα και ποια είναι η ιστορία τους

Ελλάδα και Τουρκία δεν απόλαυσαν ποτέ μακρά περίοδο καλών σχέσεων. Ανέκαθεν οι σχέσεις τους σκιάζονταν από πολέμους, θερμά επεισόδια και εντάσεις. Για μία ακόμη φορά λοιπόν βρίσκονται στα πρόθυρα σύγκρουσης μετά την έκδοση τουρκικής NAVTEX για έρευνες νότια του Καστελόριζου.

Η Αγκυρα εμφανίζεται έτοιμη να αποστείλει το «Oruc Reis» και πολεμικά πλοία, ενώ η Αθήνα έχει ήδη απαντήσει κινητοποιώντας το Πολεμικό Ναυτικό, το οποίο αναπτύχθηκε σε θέσεις μάχης. Υποστηρίζει μάλιστα ότι η διεξαγωγή άσκησης οικονομικής ή ερευνητικής δραστηριότητας εντός της δυνητικής (δεν έχει οριοθετηθεί με συμφωνίες) ελληνικής ΑΟΖ αποτελεί παραβίαση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Δεν πρόκειται για μια νέα διαμάχη. Αντιθέτως, αυτή φτάνει πίσω στη δεκαετία του 1970. Η Τουρκία από τη στιγμή που άρχισαν οι εργασίες της προπαρασκευαστικής Διάσκεψης για το Δίκαιο της Θάλασσας (1970-73) και κατά τη διάρκεια των εργασιών της κύριας Διάσκεψης (1973-1982) επεδίωξε συστηματικά να παγιώσει αυτό που σήμερα αποκαλεί «Γαλάζια Πατρίδα». Αρνούμενη αυθαίρετα ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα – ΑΟΖ σφετερίζεται μεγάλες θαλάσσιες εκτάσεις που, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, ανήκουν στη δικαιοδοσία της Ελλάδας.

Η Αγκυρα έχει κατά καιρούς χορηγήσει άδειες στην κρατική εταιρεία πετρελαίου ΤΡΑΟ για διεξαγωγή ερευνών στην ελληνική υφαλοκρηπίδα – ΑΟΖ αρχικά στο Αιγαίο και μετά στην Ανατολική Μεσόγειο. Μετά την εισβολή στην Κύπρο, το 1974, άνοιξε διάπλατα το δεύτερο μέτωπο μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας, το Αιγαίο.

Η Τουρκία σταδιακά αλλά σταθερά έχτισε αυτό που η ίδια αποκαλεί «διμερείς διαφορές» βαφτίζοντας έτσι τις μονομερείς επεκτατικές διεκδικήσεις της. Ταυτόχρονα, με τη διχοτόμηση της θάλασσας η Αγκυρα διεκδικούσε και τη διχοτόμηση του εναέριου χώρου, όσον αφορά τον έλεγχο των πτήσεων στρατιωτικών και πολιτικών αεροσκαφών πάνω από το Αιγαίο. Με άλλα λόγια, επεδίωκε να εγκλωβίσει τα ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου σε τουρκικό θαλάσσιο και εναέριο χώρο, με σκοπό μελλοντικά να εγγράψει υποθήκες και γι’ αυτά καθαυτά.

Ο υπουργός Αμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος με τον Αμερικανό πρεσβευτή Τζέφρι Πάιατ σε πτήση με ελικόπτερο πάνω απ” την Αλεξανδρούπολη, όπου μεταφέρθηκαν νατοϊκές δυνάμεις για την άσκηση Atlantic Resolve 2020

Η Ελλάδα πήγε το θέμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας το 1976 και προσέφυγε μονομερώς στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η Τουρκία όμως δεν πήγε γιατί δεν αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του. Εν τέλει, άρχισαν διαπραγματεύσεις τον Νοέμβριο του 1976, που οδήγησαν στο Πρακτικό της Βέρνης, με το οποίο η Ελλάδα αποδέχτηκε να μην κάνει έρευνες για υδρογονάνθρακες μέχρι να οριοθετηθεί η υφαλοκρηπίδα.

Ωστόσο, οι σχετικές διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν σε ναυάγιο. Η Τουρκία απειλούσε κατά καιρούς με έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, αλλά όταν το επιχείρησε, τον Μάρτιο του 1987, οι δύο χώρες έφτασαν στα πρόθυρα του πολέμου. Η Αγκυρα υποχώρησε, αλλά και η Αθήνα αποδέχτηκε διμερή διάλογο, αυτό που αποκλήθηκε «πολιτική Νταβός».

Διάλογο με την Αγκυρα διεξήγαγε και η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα λόγω των επεκτατικών τουρκικών διεκδικήσεων. Στη δεύτερη περίοδο της πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν παγωμένες, αλλά στις αρχές του 1996, μόλις είχε αναλάβει την πρωθυπουργία ο Κώστας Σημίτης εκδηλώθηκε η κρίση στα Ιμια.

Τότε, οι Τούρκοι πρόσθεσαν στο καλάθι την επεκτατική θεωρία των «γκρίζων ζωνών», με την οποία για πρώτη φορά διεκδίκησαν ελληνικό έδαφος. Ζήτησαν ουσιαστικά να μοιραστούν με την Ελλάδα όλες τις ελληνικές κατοικημένες νησίδες και βραχονησίδες του Αιγαίου που δεν αναφέρονται ονομαστικά στη Συνθήκη της Λωζάννης, παρότι η συνθήκη είναι πολύ σαφής στο ποιο νησί ανήκει στην Ελλάδα και ποιο στην Τουρκία.

Η κρίση στα Ιμια οδήγησε με τη μεσολάβηση των Αμερικανών στην κοινή ανακοίνωση της Μαδρίτης (1997), με την οποία για πρώτη φορά η Ελλάδα αναγνώρισε ότι η Τουρκία έχει ζωτικά συμφέροντα στο Αιγαίο. Το 1999, και αφού είχε προηγηθεί η κρίση στις διμερείς σχέσεις με την υπόθεση Οτσαλάν, εγκαινιάστηκε η «διπλωματία των σεισμών».

Η Ελλάδα άρει το βέτο της για την προώθηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας και έτσι ανοίγει ο δρόμος για μια ουσιαστικά εφ’ όλης της ύλης διμερής διαπραγμάτευση, που βαφτίστηκε «άτυπες διερευνητικές επαφές». Στόχος ήταν να βρεθούν κοινά αποδεκτές λύσεις και στο ζήτημα του εύρους των ελληνικών χωρικών υδάτων, παρότι η επέκτασή τους είναι μονομερής απόφαση της Αθήνας σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και βέβαια της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας. Αλλά ούτε και αυτή η διαδικασία κατέληξε κάπου.

Τόσα χρόνια μετά οι ελληνοτουρκικές σχέσεις γυρίζουν γύρω από τα ίδια. Ως εκ τούτου καθίσταται επιτακτική η ανάγκη διευκρίνισης εννοιών που συναντάμε συνεχώς στην ειδησεογραφία.

Η υφαλοκρηπίδα είναι μια γεωφυσική έννοια. Αποτελεί την ομαλή προέκταση της ακτής κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας ως το σημείο στο οποίο αυτή διακόπτεται απότομα (κλίση 30-45 μοιρών). Με άλλα λόγια, είναι ο θαλάσσιος βυθός πέρα από τα χωρικά ύδατα ενός κράτους.

Στην περίπτωση της Ελλάδας πέρα από τα 6 μίλια. Αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν, για πρώτη φορά, ανακοίνωσε τη δικαιοδοσία έρευνας και οικονομικής εκμετάλλευσης του βυθού και του υπεδάφους του βυθού πέρα από τα χωρικά ύδατα, μέχρι εκεί όπου η θάλασσα έχει βάθος έως και 200 μέτρα.

Η εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας εισήλθε ως έννοια όταν η τεχνολογία επέτρεψε την εκμετάλλευση υποθαλάσσιων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Το παράκτιο κράτος έχει κυριαρχικό δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τέτοια κοιτάσματα στην υφαλοκρηπίδα του, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1958. Οι Τούρκοι αυθαίρετα δεν αναγνωρίζουν ότι τα νησιά έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα και από το 1973-74 έθεσαν θέμα η υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου να μοιραστεί στη μέση με βάση τις ακτές της Τουρκίας και της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Η Ελλάδα ποτέ δεν δέχτηκε την εκτός Διεθνούς Δικαίου τουρκική θέση, γεγονός που εμπόδισε να υπάρξει συμφωνία οριοθέτησης. Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας είναι εξάλλου η μοναδική ελληνοτουρκική διαφορά που αναγνωρίζει η Αθήνα.

Τα άλλα προβλήματα θεωρεί ότι αποτελούν μονομερείς τουρκικές επεκτατικές διεκδικήσεις. Αντιθέτως, η Αγκυρα, παρακάμπτοντας με αυθαίρετες ερμηνείες το Διεθνές Δίκαιο και τις υφιστάμενες συνθήκες, προσπαθεί να μετατρέψει σε νομιμοποιημένες διαφορές τις δικές της διεκδικήσεις.

Οι εξελίξεις στην τεχνολογία και τις διεθνείς σχέσεις οδηγήσαν τη διεθνή κοινότητα, το 1982, στην υπογραφή της Σύμβασης του Μοντέγκο Μπέι, η οποία εκσυγχρόνισε το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Τουρκία και ελάχιστες χώρες δεν την έχουν υπογράψει. Η σύμβαση έγινε Διεθνές Δίκαιο στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν κυρώθηκε από τον προβλεπόμενο αναγκαίο αριθμό χωρών-μελών του ΟΗΕ (60) και ως τέτοια δεσμεύει και την Τουρκία. Η εν λόγω σύμβαση εισήγαγε την έννοια της ΑΟΖ (Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης).

Πρόκειται για οικονομική-νομική έννοια η οποία περιγράφει τα κυριαρχικά δικαιώματα του παράκτιου κράτους σε μια θαλάσσια ζώνη που εκτείνεται το πολύ μέχρι τα 200 μίλια προς την ανοιχτή θάλασσα. Στην περίπτωση της Μεσογείου, λόγω του κλειστού χαρακτήρα της, δεν υπάρχουν τέτοιες αποστάσεις.

Ενα παράκτιο κράτος στην ΑΟΖ του έχει κυριαρχικό δικαίωμα να εκμεταλλεύεται υποθαλάσσια κοιτάσματα (υφαλοκρηπίδα), τον βυθό (π.χ. φύκια και υδρίτες μεθανίου), τη στήλη του θαλάσσιου ύδατος (αλιεία), αλλά και την επιφάνεια της θάλασσας.

Στην ΑΟΖ του ένα κράτος μπορεί να κατασκευάσει ακόμα και τεχνητές νησίδες, καθώς και εγκαταστάσεις για την εκμετάλλευση της ενέργειας από τα κύματα. Κάθε παράκτιο κράτος μπορεί να αποκτήσει ΑΟΖ, ανακηρύσσοντάς τη μονομερώς με μια επιστολή προς την αρμόδια υπηρεσία του ΟΗΕ.

Η Ελλάδα δεν έχει ανακηρύξει ΑΟΖ για λόγους που ποτέ καμία κυβέρνηση δεν εξήγησε. Προφανώς για να μην ερεθίσει την Τουρκία. Ακόμα και στη συμφωνία οριοθέτησης με την Αλβανία, που δεν κυρώθηκε ποτέ, καθώς και σε αυτή με την Ιταλία, που είναι σε ισχύ, γίνεται λόγος για θαλάσσιες ζώνες.

Η οριοθέτηση της ΑΟΖ πραγματοποιείται όταν το κράτος την ανακηρύξει, εκτός εάν εμπλέκονται παρακείμενα (όμορα) ή αντικείμενα (γεωγραφικά αντικριστά) κράτη, όπως η Ελλάδα και η Τουρκία στο Αιγαίο. Τότε απαιτείται συμφωνία διμερούς οριοθέτησης.

Η αρχή της μέσης γραμμής είναι ο βασικός κανόνας οριοθέτησης της ΑΟΖ (όπως ήταν και για την υφαλοκρηπίδα και για τα χωρικά ύδατα σε θαλάσσια στενά) μεταξύ των κρατών. Ως προς τη μέθοδο οριοθέτησης, πάγια θέση της χώρας μας αποτελεί ότι η οριοθέτηση όλων των θαλάσσιων ζωνών, συμπεριλαμβανομένης της ΑΟΖ, πρέπει να γίνει με βάση την αρχή της ίσης απόστασης/μέσης γραμμής. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, το όριο είναι τα σημεία στη θάλασσα που απέχουν ίση απόσταση από τις εκατέρωθεν στεριές (χερσαίες και νησιώτικες).

Το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει ως συμπληρωματική αρχή οριοθέτησης και την αρχή της αναλογικότητας (ευθυδικία), η οποία λαμβάνει υπόψη το μέγεθος της εκατέρωθεν στεριάς, καθώς και τη γεωγραφική διαμόρφωση. Σύμφωνα με το άρθρο 121 (2) της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, όλα τα νησιά στα οποία υπάρχει ακόμα και στοιχειώδης οικονομική ζωή, όπως ένα κοπάδι κατσίκια, δικαιούνται να έχουν ΑΟΖ (και συνορεύουσα ζώνη), όπως και οι ηπειρωτικές περιοχές. Ο γενικός αυτός κανόνας ως εθιμικό δίκαιο δεσμεύει και τα κράτη που δεν είναι συμβαλλόμενα στη σύμβαση.

Η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου δείχνει ότι αποδίδει υφαλοκρηπίδα – ΑΟΖ σε νησιά που κατοικούνται και έχουν στοιχειώδη οικονομική ζωή, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις δεν έχει αποδώσει πλήρη επήρεια, δηλαδή οριοθέτησε συνδυάζοντας την αρχή της μέσης γραμμής με την αρχή της αναλογικότητας.

Με άλλα λόγια, μπορεί να αποδώσει λιγότερη ΑΟΖ σε απομονωμένα μικρού μεγέθους νησιά που βρίσκονται κοντά σε μεγάλους χερσαίους όγκους (περίπτωση Καστελορίζου).

Από τη δεκαετία του 1970 η Ελλάδα προτείνει η διαφορά με την Τουρκία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας – ΑΟΖ να παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του, ενώ η Τουρκία όχι.

Γι’ αυτό για την παραπομπή απαιτείται η συνυπογραφή συνυποσχετικού. Η Αγκυρα θεωρητικά δεν αρνείται την παραπομπή ως μέθοδο επίλυσης, αλλά ζητάει πρώτα να υπάρξει διμερής διαπραγμάτευση και, κυρίως, ζητάει το συνυποσχετικό να υπαγορεύει στο Διεθνές Δικαστήριο να οριοθετήσει με βάση τις τουρκικές θέσεις.

Συγκεκριμένα, η αρχή της ευθυδικίας επιτρέπει σε δύο γειτνιάζοντα παράκτια κράτη να οριοθετήσουν την υφαλοκρηπίδα – ΑΟΖ τους κατά τρόπο που αμφότερα θεωρούν πιο δίκαιο από την αρχή της μέσης γραμμής, λόγω ειδικών συνθηκών που επικρατούν στη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή.

Η Αγκυρα έχει πιαστεί από αυτή τη δυνατότητα για να αμφισβητήσει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, ισχυριζόμενη ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα. Δεν ισχυρίζεται ότι τα μικρά νησιά, λόγω μεγέθους, πρέπει να έχουν λιγότερη επήρεια, δηλαδή λιγότερη υφαλοκρηπίδα – ΑΟΖ. Ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να έχουν καθόλου, ακόμα και η Κρήτη! Σε αυτό τον εκτός Διεθνούς Δικαίου ισχυρισμό στηρίχτηκε το Μνημόνιο Αγκυρας – Τρίπολης, εξ ου και χαρακτηρίζεται «παράνομο».

Ας σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι το άρθρο 156 του Ν.4001/2011 (ΦΕΚ Α’ 179 «Για τη λειτουργία ενεργειακών αγορών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου για έρευνα, παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις») προβλέπει ότι, ελλείψει συμφωνίας οριοθέτησης με γειτονικά κράτη, το εξωτερικό όριο της ελληνικής υφαλοκρηπίδας είναι η μέση γραμμή μεταξύ των ελληνικών ακτών και των ακτών που είναι παρακείμενες ή αντικείμενες σε αυτές.

Με αυτόν τον νόμο η Ελλάδα όρισε θαλάσσια οικόπεδα νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης και τα παραχώρησε σε πετρελαϊκές εταιρείες, παρότι δεν έχει συμφωνία οριοθέτησης με τη Λιβύη. Είναι σημαντικό ότι για πολλά χρόνια η Λιβύη δεν είχε αντιδράσει αρνητικά σε αυτή την de facto οριοθέτηση.

Τα χωρικά ύδατα ή αιγιαλίτιδα ζώνη είναι η θαλάσσια περιοχή γύρω από τις ακτές ενός κράτους (ή από τις γραμμές βάσης με το κλείσιμο των κόλπων που η Ελλάδα δεν έχει εφαρμόσει, παρότι προβλέπεται από το Δίκαιο της Θάλασσας). Αποτελούν τη φυσική επέκταση της εθνικής κυριαρχίας μιας χώρας, πέρα από τις ακτές, προς τη θάλασσα. Μέχρι το 1936 τα χωρικά ύδατα εκτείνονταν έως τα 3 ναυτικά μίλια.

Από το 1936 και έκτοτε η έκταση των χωρικών υδάτων διευρύνθηκε στα 6 ναυτικά μίλια, κάτι το οποίο υιοθέτησε και η Ελλάδα. Τα τελευταία 25 χρόνια το Δίκαιο της Θάλασσας δίνει το δικαίωμα στα παράκτια κράτη να επεκτείνουν με δική τους απόφαση και χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τα γειτονικά κράτη τα χωρικά τους ύδατα στα 12 μίλια (εννοείται ότι εάν η απόσταση μεταξύ αντικείμενων ακτών είναι μικρότερη των 24 μιλίων το όριο καθορίζεται στη μέση γραμμή).

Ολα τα παράκτια κράτη έχουν επεκτείνει μονομερώς τα χωρικά τους ύδατα στα 12 μίλια εκτός από την Ελλάδα. Η Τουρκία τα έχει επεκτείνει στη Μαύρη Θάλασσα και στις νότιες ακτές της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα έχει αποφύγει να τα επεκτείνει, επειδή η Τουρκία έχει απειλήσει ότι θα το θεωρήσει αιτία πολέμου. Ας σημειωθεί ότι, εάν γινόταν η επέκταση, το μεγαλύτερο μέρος του Αιγαίου θα γινόταν ελληνικά χωρικά ύδατα και ως εκ τούτου θα έχανε τη σημασία της η διένεξη για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας – ΑΟΖ.

Η Τουρκία αμφισβητεί τον κανόνα των 12 ναυτικών μιλίων, ισχυριζόμενη αυθαίρετα ότι το Αιγαίο είναι ειδική θάλασσα και ότι η επέκταση θα αποτελούσε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, διότι θα οδηγούσε σε ελληνική κυριαρχία περίπου στο 72% του Αιγαίου, ενώ η Τουρκία θα είχε κάτι λιγότερο του 9%.

Για να εμποδίσει, μάλιστα, την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια η Αγκυρα τη χαρακτήρισε «casus belli» (αιτία πολέμου). Από την πλευρά της η Αθήνα δηλώνει ότι διατηρεί το δικαίωμα επέκτασης και θα το ασκήσει όταν κρίνει σκόπιμο. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι όταν ένα δικαίωμα δεν ασκείται για πολλά χρόνια αρχίζει να αποδυναμώνεται.

Τέλος, να σημειωθεί ότι η Ελλάδα έχει εθνικό εναέριο χώρο πλάτους 10 ναυτικών μιλίων, τον οποίο επίσης αμφισβητεί η Τουρκία και τον παραβιάζει συστηματικά. Είναι αληθές ότι, κατά κανόνα, το εύρος των χωρικών υδάτων ταυτίζεται με το εύρος του εθνικού εναέριου χώρου, αλλά η ελληνική ιδιαιτερότητα ισχύει από το 1931 και μόνο το 1974 η Τουρκία θυμήθηκε να το αμφισβητήσει.

Αλλα ζητήματα που έχουν κατά καιρούς εγερθεί και συνδέονται με τις παραπάνω αναλυθείσες έννοιες είναι το FIR (ο χώρος ευθύνης για τη ρύθμιση της εναέριας κυκλοφορίας των πολιτικών αεροπλάνων) και ο θαλάσσιος χώρος ευθύνης για έρευνα και διάσωση.

Τα τελευταία χρόνια, λόγω και των ενδείξεων για ύπαρξη κοιτασμάτων φυσικού αερίου, αλλά και για γεωπολιτικούς λόγους, η Αγκυρα έχει επεκτείνει τις διεκδικήσεις της και στον θαλάσσιο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Για την ακρίβεια, εκεί έχει στρέψει την προσοχή της.

Το Μνημόνιο Αγκυρας – Τρίπολης είναι προσπάθεια αρπαγής μεγάλης θαλάσσιας έκτασης που, σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας, ανήκει στη δικαιοδοσία της Ελλάδας. Αλλά και η τελευταία τουρκική NΑVΤΕΧ δέσμευσε για σεισμικές έρευνες θαλάσσια περιοχή νότια του Καστελόριζου που με βάση την αρχή της μέσης γραμμής ανήκει στην ελληνική ΑΟΖ.

Πηγή: www.protothema.gr

(Visited 1 times, 1 visits today)
By