Οι εφέτες της Αθήνας επέλυσαν τη δικαστική διαμάχη διαζευγμένου ζευγαριού, όπου η μητέρα ήταν ελληνικής υπηκοότητας από την Οτάβα και ζητούσε το 7χρονο αγοράκι τους, ελληνικής υπηκοότητας επίσης, να πάει σε αγγλόφωνο σχολείο και ο πατέρας, Έλληνας καθηγητής πανεπιστημίου ελληνικής υπηκοότητας, επέμενε να εγγραφεί σε ελληνόφωνο δημόσιο σχολείο.
Οι δικαστές, αφού έλαβαν υπόψη τους αποκλειστικά το βέλτιστο εκπαιδευτικό συμφέρον του ανηλίκου Λ., κατέληξαν ότι πρέπει να εγγραφεί σε ελληνικό δημόσιο σχολείο, καθώς αυτό εξυπηρετεί πληρέστερα το βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο συμφέρον του.
Το ζευγάρι παντρεύτηκε τον Δεκέμβριο του 2017 σε δημαρχείο της Αττικής και έναν χρόνο μετά γεννήθηκε στο Καζακστάν το παιδί τους. Αρχικά διέμεναν στην ασιατική χώρα, όπου ο πατέρας και εργαζόταν σε πανεπιστήμιο ως καθηγητής Φυσικής και η μητέρα εργαζόταν ως βιβλιοθηκονόμος.
Το 2020 μετεγκαταστάθηκαν στο Βιετνάμ, όπου ο πατέρας ανέλαβε καθήκοντα στο πανεπιστήμιο και η μητέρα εργάστηκε ως υπάλληλος, ενώ το αγοράκι τους εγγράφηκε σε ιδιωτικό αγγλόφωνο παιδικό σταθμό στο Ανόι.
Το επόμενο έτος το ζευγάρι επαναπατρίστηκε και εγκαταστάθηκε σε προάστιο της Αττικής. Ωστόσο, μεταξύ τους «αναπτύχθηκαν έντονες έριδες και επαναλαμβανόμενες διαφωνίες, οι οποίες κατέστησαν ανέφικτη τη συνέχιση της έγγαμης συμβίωσης, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρηση της μητέρας από τη συζυγική κατοικία μαζί με το ανήλικο τέκνο». Τελικά, ο γάμος τους λύθηκε οριστικά με δικαστική απόφαση και ανατέθηκε προσωρινά η αποκλειστική επιμέλεια του ανηλίκου στη μητέρα του.
Το πρώην ζευγάρι δεν κατόρθωσε να συμφωνήσει ως προς την επιλογή του σχολείου που θα φοιτούσε το παιδί τους στην Ελλάδα. Η μητέρα ήθελε να το εγγράψει σε δίγλωσσο βρετανικό παιδικό σταθμό, επικαλούμενη ότι «η αγγλική αποτελεί τη γλώσσα διδασκαλίας και το εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι προσανατολισμένο στην προετοιμασία των μαθητών για συνέχιση των σπουδών τους σε εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού».
Αντίθετα, ο πατέρας αρνήθηκε να συναινέσει στην εγγραφή του στο αγγλόφωνο σχολείο «λόγω της χρήσης της αγγλικής γλώσσας ως βασική γλώσσα διδασκαλίας, που δεν εξασφαλίζει την παροχή εκπαίδευσης με επαρκή ελληνοκεντρικό προσανατολισμό» και πρότεινε να εγγραφεί σε ελληνόφωνο δημόσιο ή έστω ιδιωτικό σχολείο που εφαρμόζει το ελληνικό πρόγραμμα σπουδών, υποστηρίζοντας ότι «η επιλογή αυτή εξυπηρετεί καλύτερα την ομαλή ένταξή του στην ελληνική κοινωνία, όπου πλέον διαμένει μόνιμα και την απόκτηση ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης».
Η μητέρα προσέφυγε στα δικαστήρια και της επετράπη να εγγράψει το παιδί σε ιδιωτικό αγγλόφωνο σχολείο, όπου και φοίτησε στην πρώτη τάξη. Ο, δε, πατέρας προσέφυγε στο Εφετείο Αθηνών, ζητώντας να ακυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, οι εφέτες ανέτρεψαν πρωτόδική απόφαση που είχε δεχθεί τις απόψεις της Καναδής μητέρας, επισημαίνοντας, μεταξύ των άλλων, ότι:
«Η επιλογή του δημόσιου ελληνικού σχολείου διασφαλίζει την παροχή μιας εκπαιδευτικής βάσης γενικής παιδείας, η οποία δεν προσανατολίζει από τόσο πρώιμο στάδιο το τέκνο προς συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ή επαγγελματικό δρόμο, αλλά του επιτρέπει να διαμορφώσει σταδιακά τις προσωπικές του κλίσεις και ενδιαφέροντα, καθώς ωριμάζει. Αντιθέτως, η ένταξή του ήδη από την ηλικία των περίπου 7 ετών σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα το οποίο είναι οργανωμένο με γνώμονα το αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα, στην ουσία προετοιμάζει το ανήλικο τέκνο για συνέχιση σπουδών σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, γεγονός που συνιστά επιλογή με σαφή εκπαιδευτικό προσανατολισμό, η οποία προδικάζει, σε σημαντικό βαθμό, τη μελλοντική εκπαιδευτική διαδρομή του ανηλίκου, προτού ακόμη καταστεί δυνατή η διαμόρφωση της προσωπικής του βούλησης και των ιδιαίτερων ακαδημαϊκών του ενδιαφερόντων».
Σε άλλο σημείο οι εφέτες επισημαίνουν: «Το ανήλικο τέκνο με ελληνική υπηκοότητα και Έλληνα πατέρα διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα και το φυσικό κοινωνικό, πολιτισμικό και εκπαιδευτικό του περιβάλλον είναι το ελληνικό. Υπό τις συνθήκες αυτές, η φοίτησή του σε δημόσιο ελληνικό σχολείο εξυπηρετεί πρωτίστως την ομαλή ένταξή του στην κοινωνία μέσα στην οποία αναπτύσσεται, μέσω της καθημερινής επαφής του με την ελληνική γλώσσα, την Ιστορία, τη λογοτεχνία και την πολιτιστική παράδοση, στοιχεία τα οποία συγκροτούν βασικούς άξονες της ελληνικής εκπαίδευσης και συμβάλλουν ουσιωδώς στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της κοινωνικής του ταυτότητας.
Περαιτέρω, η συστηματική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τόσο στη σύγχρονη μορφή της όσο και της αρχαίας ελληνικής, δεν αποτελεί απλώς επίτευγμα γλωσσικής κατάρτισης, αλλά καλλιεργεί την αφαιρετική σκέψη, τη γλωσσική ακρίβεια, την κριτική ικανότητα και τη βαθύτερη κατανόηση της ελληνικής γραμματείας και του ευρωπαϊκού πολιτισμού».
Εξάλλου, συνεχίζει η δικαστική απόφαση, «η επιλογή της δημόσιας ελληνικής εκπαίδευσης ανταποκρίνεται πληρέστερα στην ανάγκη εξασφάλισης μιας ευρείας, ισόρροπης και πολιτισμικά εναρμονισμένης παιδείας, χωρίς να προκαταλαμβάνει τις μελλοντικές εκπαιδευτικές επιλογές του ανηλίκου, αλλά, αντιθέτως, διατηρώντας ακέραιο το εύρος των δυνατοτήτων του να καθορίσει ο ίδιος, όταν αποκτήσει την αναγκαία ωριμότητα, την ακαδημαϊκή του πορεία.
Η επιλογή της δημόσιας εκπαίδευσης εμφανίζεται ως η περισσότερο κατάλληλη εκπαιδευτική λύση, καθόσον δεν αποκλείει μελλοντικά καμία εκπαιδευτική κατεύθυνση. Αντιθέτως, παρέχει στο τέκνο τη δυνατότητα, μετά την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, να επιλέξει ελεύθερα είτε τη συνέχιση των σπουδών του στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, εφόσον το επιθυμεί».
Πάντως, το Εφετείο ξεκαθάρισε ότι η απόφασή του ισχύει μόνο ως προς την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση του ανηλίκου και δεν προκαταλαμβάνει τη φοίτησή του στη Δευτεροβάθμια, καθώς εκεί πρέπει να επανεκτιμηθεί το θέμα στον συγκεκριμένο χρόνο.
