Απάντηση στις καταγγελίες του Έρικ Ντίτερς δίνει μέσω των δικηγόρων της η πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος επιχειρεί να παρουσιάσει ως υπόθεση επιλήψιμης συμπεριφοράς μια οικονομική διαφορά για υπηρεσίες που του είχε παράσχει προτού προταθεί για το διπλωματικό αξίωμα.
Στην ανακοίνωσή τους, οι δικηγόροι Τζέσι Μπινάλ και Ντέιβιντ Μ. Σουάρτς αναφέρουν ότι ο Ντίτερς εξακολουθεί να της οφείλει περίπου 150.000 δολάρια και γνωστοποιούν ότι εξετάζουν τις διαθέσιμες νομικές ενέργειες για την είσπραξη του ποσού, καθώς και για ενδεχόμενες πρόσθετες αξιώσεις.
Στον πυρήνα της απάντησης βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι οι οικονομικές απαιτήσεις της Γκιλφόιλ αφορούν αποκλειστικά ομιλίες και συμβουλευτική εργασία του 2024 και των αρχών του 2025. Οι νομικοί της εκπρόσωποι απορρίπτουν την περιγραφή της υπόθεσης ως «quid pro quo», δηλαδή συναλλαγής με αντάλλαγμα, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για αίτημα εξόφλησης ήδη παρασχεθείσας εργασίας. Όπως σημειώνουν, ενόψει της μετάβασής της από τον ιδιωτικό τομέα στη δημόσια υπηρεσία, η Γκιλφόιλ επιχείρησε να τακτοποιήσει τις εκκρεμείς οικονομικές απαιτήσεις της.
Η σύμβαση των 200.000 δολαρίων και το ανεξόφλητο υπόλοιπο
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, ο Ντίτερς είχε προσλάβει την Γκιλφόιλ ως κεντρική ομιλήτρια στις εκδηλώσεις «Freedom Fest» στο Κεντάκι, τις οποίες, κατά τους δικηγόρους της, αξιοποιούσε για την ενίσχυση της δημόσιας παρουσίας του ενόψει των υποψηφιοτήτων του για τη θέση του κυβερνήτη και για το Κογκρέσο. Στις 20 Μαΐου 2024 υπέγραψε σύμβαση με το πρακτορείο που είχε αναλάβει να κλείνει εμφανίσεις και να εισπράττει τις αμοιβές της. Η συμφωνία προέβλεπε κατ’ αποκοπήν αμοιβή 200.000 δολαρίων, με προθεσμία πληρωμής την 31η Μαΐου του ίδιου έτους.
Οι δικηγόροι αναφέρουν ότι συμφωνήθηκαν επίσης πρόσθετες ομιλίες και υπηρεσίες στρατηγικής επικοινωνίας και συγκέντρωσης χρηματοδότησης. Για τη συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών επικαλούνται τρίτο πρόσωπο, το οποίο, όπως υποστηρίζουν, ήταν παρόν και την έχει επιβεβαιώσει ενόρκως. Κατά την ίδια ανακοίνωση, ο Ντίτερς δεν τήρησε την προθεσμία πληρωμής και στη συνέχεια κατέβαλλε επί μήνες επιμέρους ποσά, χωρίς να προχωρήσει στην πλήρη εξόφληση.
Η πλευρά της πρέσβειρας επικαλείται ακόμη γραπτά μηνύματά του, στα οποία, σύμφωνα με τους δικηγόρους, απέδιδε τις καθυστερήσεις στον επιχειρηματικό του εταίρο και στους νομικούς του συμβούλους, ενώ περιέγραφε τον εαυτό του ως «εκατομμυριούχο με πρόβλημα ρευστότητας». Το ποσό που παραμένει ανεξόφλητο για το σύνολο των συγκεκριμένων υπηρεσιών ανέρχεται, κατά την ανακοίνωση, σε περίπου 150.000 δολάρια.
Η αναφορά στην πρόταση του ενός εκατομμυρίου
Ξεχωριστό σκέλος της απάντησης αφορά πρόταση την οποία, σύμφωνα με τους νομικούς εκπροσώπους της Γκιλφόιλ, ο ίδιος ο Ντίτερς έχει περιγράψει σε δημοσιογράφους. Όπως αναφέρουν, της προσέφερε ένα εκατομμύριο δολάρια για να βοηθήσει στη δημοσιοποίηση και την προβολή ιδιωτικής δικαστικής του υπόθεσης για ιατρική αμέλεια και να τη θέσει υπόψη αξιωματούχων της αμερικανικής κυβέρνησης. Οι δικηγόροι δηλώνουν κατηγορηματικά ότι η Γκιλφόιλ αρνήθηκε την πρόταση.
Παράλληλα, του αποδίδουν δήλωση ότι είχε πληρώσει περισσότερα χρήματα για τις ομιλίες της απ’ όσα θεωρούσε ότι έπρεπε, επειδή επιδίωκε να καλλιεργήσει τη σχέση του με τον κύκλο του Ντόναλντ Τραμπ. Η ανακοίνωση παρουσιάζει τις συγκεκριμένες αναφορές ως στοιχεία που αντικρούουν τις καταγγελίες του. Πρόκειται για τη θέση της πλευράς Γκιλφόιλ, η οποία επικαλείται σύμβαση, μηνύματα και ένορκη επιβεβαίωση, χωρίς αυτά τα έγγραφα να περιλαμβάνονται στο κείμενο της δήλωσης.
Οι δικηγόροι της πρέσβειρας απορρίπτουν ως παραπλανητικά και τα δημοσιεύματα για τις μετακινήσεις της. Υποστηρίζουν ότι, πριν χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε ιδιωτικό αεροσκάφος, η Γκιλφόιλ ζήτησε και έλαβε οδηγίες από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τις οποίες ακολούθησε, τηρώντας τους κανονισμούς του υπουργείου για τις μετακινήσεις.
Κατά την ανακοίνωση, έχει επίσης συμμορφωθεί με τις ισχύουσες ομοσπονδιακές διατάξεις για τη δεοντολογία, την αποδοχή δώρων και τις υποχρεώσεις δήλωσης, κάτι που, όπως αναφέρουν οι δικηγόροι, έχει ήδη επιβεβαιώσει η πρεσβεία. Η δήλωση δεν παραθέτει επιμέρους πτήσεις, ποσά ή τον τρόπο κάλυψης κάθε δαπάνης.
Η απάντηση ολοκληρώνεται με αναφορά στις ενεργειακές προτεραιότητες της θητείας της Γκιλφόιλ και στην ενίσχυση της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας–ΗΠΑ. Οι νομικοί της εκπρόσωποι τονίζουν ότι θα συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά της «με ακεραιότητα, τιμή και διακεκριμένη προσφορά», ενώ αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο δικαστικής συνέχειας στην αντιπαράθεση με τον Ντίτερς.
Ολόκληρη η δήλωση των δικηγόρων της Κίμπερλι Γκιλφόιλ
ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΤΖΕΣΙ ΜΠΙΝΑΛ ΚΑΙ ΝΤΕΪΒΙΝΤ Μ. ΣΟΥΑΡΤΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΠΡΕΣΒΕΙΡΑΣ ΚΙΜΠΕΡΛΙ ΓΚΙΛΦΟΪΛ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΨΕΥΔΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΕΡΙΚ ΝΤΙΤΕΡΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΩΝ
Ο Έρικ Ντίτερς οφείλει στην πρέσβειρα Κίμπερλι Γκιλφόιλ περίπου 150.000 δολάρια για ομιλίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες που του παρείχε πολύ πριν προταθεί για τη θέση της πρέσβειρας. Ο κ. Ντίτερς εμφανίστηκε σε τηλεοπτικά δίκτυα εθνικής εμβέλειας για να παρουσιάσει μια συμβατική διαφορά ως επιλήψιμη συμπεριφορά και να επιτεθεί όχι μόνο στην πρέσβειρα Γκιλφόιλ, αλλά και στον Πρόεδρο Τραμπ και σε άλλα προβεβλημένα στελέχη της κυβέρνησης. Τα ίδια του τα λόγια και η σύμβαση που υπέγραψε αποδεικνύουν ότι οι δηλώσεις του είναι ψευδείς.
Πριν αναλάβει δημόσια καθήκοντα, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ ήταν καταξιωμένη δικηγόρος, πρώην εισαγγελέας στο Σαν Φρανσίσκο και στο Λος Άντζελες, τηλεοπτική προσωπικότητα με πανεθνική αναγνωρισιμότητα και μία από τις πλέον προβεβλημένες πολιτικές υποστηρίκτριες του Προέδρου Τραμπ στη χώρα. Είχε μεγάλη ζήτηση ως κεντρική ομιλήτρια σε εκδηλώσεις και ως σύμβουλος στρατηγικής επικοινωνίας και συγκέντρωσης χρηματοδότησης, δραστηριότητες τις οποίες εγκατέλειψε πλήρως όταν ανέλαβε δημόσια καθήκοντα. Όσοι την προσλάμβαναν πλήρωναν για τον χρόνο της λόγω της προσωπικότητας, της διαδρομής και των επιτευγμάτων της. Ο Έρικ Ντίτερς ήταν ένας από αυτούς.
Ο κ. Ντίτερς προσέλαβε την κ. Γκιλφόιλ ως κεντρική ομιλήτρια στις εκδηλώσεις «Freedom Fest» που διοργάνωνε στο Κεντάκι, προκειμένου να ενισχύσει τη δημόσια εικόνα του ενόψει των υποψηφιοτήτων του για το αξίωμα του κυβερνήτη του Κεντάκι και για το Κογκρέσο. Στις 20 Μαΐου 2024 υπέγραψε έγγραφη σύμβαση παροχής υπηρεσιών με ανεξάρτητο πρακτορείο, το οποίο είχε αναλάβει να κλείνει εμφανίσεις και να εισπράττει αμοιβές για λογαριασμό της. Η σύμβαση προέβλεπε κατ’ αποκοπήν αμοιβή 200.000 δολαρίων, καταβλητέα έως τις 31 Μαΐου 2024. Συμφωνήθηκαν επίσης πρόσθετες ομιλίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες, μεταξύ άλλων και απευθείας, και ο κ. Ντίτερς συμφώνησε να καταβάλει αμοιβή για τις υπηρεσίες στρατηγικής επικοινωνίας και συγκέντρωσης χρηματοδότησης που παρείχε η κ. Γκιλφόιλ. Η συμφωνία αυτή έγινε παρουσία τρίτου προσώπου, το οποίο την έχει επιβεβαιώσει ενόρκως.
Ο κ. Ντίτερς δεν εκπλήρωσε αυτές τις υποχρεώσεις. Δεν τήρησε τη συμβατική προθεσμία πληρωμής και στη συνέχεια, επί πολλούς μήνες, κατέβαλλε σποραδικά μέρος των οφειλομένων μέσω τραπεζικών εμβασμάτων, προβάλλοντας διαρκώς διάφορους λόγους για τη μη εξόφληση. Στα ίδια του τα γραπτά μηνύματα επιρρίπτει ευθύνες στον επιχειρηματικό του εταίρο και στους δικηγόρους του και περιγράφει τον εαυτό του ως «εκατομμυριούχο με πρόβλημα ρευστότητας». Η κ. Γκιλφόιλ επέδειξε επανειλημμένα κατανόηση και του έδωσε περιθώριο χρόνου. Τελικά, εκείνος κατέβαλε ένα μέρος των οφειλομένων και απλώς δεν εξόφλησε ποτέ το υπόλοιπο. Περίπου 150.000 δολάρια για ομιλίες που πραγματοποιήθηκαν και συμβουλευτικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν το 2024 και στις αρχές του 2025 παραμένουν ανεξόφλητα μέχρι σήμερα.
Αυτό είναι που ο κ. Ντίτερς αποκαλεί τώρα «quid pro quo», δηλαδή συναλλαγή με αντάλλαγμα: ζητείται από έναν πελάτη που έχει καθυστερήσει την πληρωμή να εξοφλήσει μια ληξιπρόθεσμη οφειλή. Όταν η κ. Γκιλφόιλ προετοιμαζόταν να αποχωρήσει από τον ιδιωτικό τομέα για να αναλάβει δημόσια καθήκοντα, έκανε ό,τι θα έκανε κάθε επαγγελματίας και επιχείρησε να εισπράξει τις εκκρεμείς απαιτήσεις της. Το να ζητά κανείς από έναν πελάτη να πληρώσει για εργασία που έχει ήδη παρασχεθεί δεν συνιστά διαφθορά. Είναι το ακριβώς αντίθετο.
Ο κ. Ντίτερς έχει δηλώσει σε δημοσιογράφους ότι πλήρωσε την κ. Γκιλφόιλ για εμφανίσεις της ως ομιλήτριας, ότι «πλήρωσα περισσότερα απ’ όσα έπρεπε, αλλά δεν με ένοιαζε, επειδή καλλιεργούσα τη σχέση μου με τον κύκλο του Τραμπ» και ότι της προσέφερε ένα εκατομμύριο δολάρια για να συμβάλει στη δημοσιοποίηση και την προβολή της ιδιωτικής δικαστικής του υπόθεσης για ιατρική αμέλεια και να τη θέσει υπόψη κυβερνητικών αξιωματούχων. Εκείνη αρνήθηκε. Ο ίδιος έχει παραδεχθεί ότι δεν εξόφλησε ποτέ το οφειλόμενο υπόλοιπο και ότι δεν έλαβε τίποτα από εκείνη.
Εξίσου παραπλανητικά είναι τα δημοσιεύματα σχετικά με τις μετακινήσεις της πρέσβειρας. Πριν χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε ιδιωτικό αεροσκάφος, η πρέσβειρα Γκιλφόιλ ζήτησε, έλαβε και ακολούθησε τις οδηγίες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τηρώντας τους κανονισμούς του υπουργείου για τις μετακινήσεις. Έχει συμμορφωθεί με τις ισχύουσες ομοσπονδιακές διατάξεις περί δεοντολογίας, αποδοχής δώρων και υποχρεώσεων δήλωσης, όπως έχει ήδη επιβεβαιώσει η πρεσβεία.
Από τις 4 Νοεμβρίου 2025, όταν έγραψε ιστορία ως η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε καθήκοντα πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελληνική Δημοκρατία, η πρέσβειρα Κίμπερλι Γκιλφόιλ έχει θέσει στο επίκεντρο της θητείας της, υπό τον Πρόεδρο Τραμπ, τον ηγετικό ρόλο των ΗΠΑ στην ενέργεια και την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων ενεργειακής ασφάλειας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Υποστηρίζει τη διεύρυνση της αμερικανικής ενεργειακής παρουσίας, ενισχύει τη στρατηγική εταιρική σχέση ΗΠΑ–Ελλάδας και προωθεί την αμερικανική ενεργειακή κυριαρχία σε ολόκληρη την Ευρώπη και κατά μήκος του Κάθετου Διαδρόμου.
Η πρέσβειρα Γκιλφόιλ έχει υπηρετήσει και θα συνεχίσει να υπηρετεί με ακεραιότητα, τιμή και διακεκριμένη προσφορά. Εξετάζουμε όλα τα διαθέσιμα ένδικα μέσα για την είσπραξη της οφειλής αυτής, καθώς και κάθε άλλη πιθανή νομική βάση για την άσκηση αξιώσεων.


Τα επίμαχα δημοσιεύματα της Wall Street Journal
Η Wall Street Journal, σε σειρά δημοσιευμάτων, έθετε ζητήματα πιθανής αξιοποίησης των πολιτικών διασυνδέσεων και του διπλωματικού αξιώματος της Κίμπερλι Γκιλφόιλ προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων. Στην υπόθεση του Έρικ Ντίτερς, ανέφερε ότι του ζητούσε 100.000 δολάρια για την εξόφληση λογαριασμού American Express, ενώ εκείνος επιδίωκε τη μεσολάβησή της σε κυβερνητικούς αξιωματούχους για φορολογικές και δικαστικές εκκρεμότητες. Επικαλούμενη μηνύματα, η εφημερίδα υποστήριζε ότι ζητούσε η πληρωμή να γίνει χωρίς να αφήσει εμφανές ίχνος και να αποφεύγονται γραπτές αναφορές στην οικονομική τους συνεννόηση. Η συγκεκριμένη πληρωμή, σύμφωνα με το δημοσίευμα, δεν πραγματοποιήθηκε.
Κατόπιν αυτών των δημοσιευμάτων, το Associated Press υποστήριξε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, και ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, εξετάζουν το ενδεχόμενο αποπομπής της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από τη θέση της πρέσβειρας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα.
Μάλιστα, ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος, τον οποίο επικαλείται το AP, δήλωσε σήμερα, μιλώντας υπό το καθεστώς της ανωνυμίας, ότι ο Τραμπ και ο Ρούμπιο είναι «εξαιρετικά οργισμένοι» με όσα έχουν γίνει γνωστά για τη Γκιλφόιλ και ότι είναι πιθανό να αποφασίσουν εντός της εβδομάδας για τις επόμενες κινήσεις τους.
Ο αξιωματούχος υποστήριξε ότι ο Μάρκο Ρούμπιο είναι ιδιαίτερα ενοχλημένος από την κατάσταση. Μάλιστα, η ενόχλησή του φέρεται να ενισχύεται από το γεγονός ότι επισκέφθηκε την Αθήνα μόλις την περασμένη εβδομάδα, με την Γκιλφόιλ να τον υποδέχεται με μια θερμή αγκαλιά κατά την άφιξή του και να τον συνοδεύει στις περισσότερες, αν όχι σε όλες, τις δημόσιες εκδηλώσεις του, την ώρα που οι καταγγελίες εναντίον της βρίσκονταν ήδη στο προσκήνιο
Πάντως ερωτηθείς για τα δημοσιεύματα της WSJ σχετικά με την πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αρκέστηκε να σχολιάσει: «Μόλις το άκουσα. Κρίμα. Εννοώ, δεν ξέρω, είναι πρέσβειρα. Μόλις άκουσα λίγα πράγματα για το θέμα. Δεν ξέρω πολλά, αλλά πάντα ήταν πολύ ευγενική».
Νωρίτερα, σε άλλο δημοσίευμά της, η WSJ,υποστήριζε ότι η Γκιλφόιλ φέρεται να είπε την περασμένη άνοιξη σε δείπνο με Ελληνες και Αμερικανούς αξιωματούχους αναφερόμενη στην κυβέρνηση του Ρουμάνου πρωθυπουργού Ιλιε Μπολοζάν: «Μπορούμε να το κάνουμε αυτό σε όποια χώρα θέλουμε. Μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ».
Στο ίδιο τραπέζι ήταν και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, ο οποίος, σύμφωνα πάντα με το ρεπορτάζ της αμερικανικής εφημερίδας φέρεται να απάντησε ότι οι ΗΠΑ δεν θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τη δημοκρατικά εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση.
Απαντώντας στη Βουλή ο κ. Παπασταύρου πάντως διέψευσε τον διάλογο λέγοντας πως «δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα πίεσης ή απειλής της χώρας μας να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, ούτε κάτι τέτοιο θα γινόταν ποτέ ανεκτό». Αντίστοιχες διαψεύσεις έκαναν τόσο ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, όσο και ο γραμματέας της ΝΔ Κώστας Κυρανάκης που είχε δώσει το παρών σ” εκείνο το δείπνο.
