Ο Πούτιν δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να χρηματοδοτήσει το κόστος του πολέμου στην Ουκρανία. Το Κρεμλίνο αυξάνει τη φορολογία των υψηλότερων εισοδημάτων, μεταφέρει στις επιχειρήσεις την άμυνα από drones και διευρύνει την κρατική παρέμβαση στην οικονομία.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν μεταφέρει σταδιακά στις ρωσικές επιχειρήσεις ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του κόστους προστασίας από τις ουκρανικές επιθέσεις με drones. Εταιρείες που δεν λαμβάνουν επαρκή μέτρα για την προστασία των εγκαταστάσεών τους αντιμετωπίζουν πλέον ακόμη και το ενδεχόμενο κρατικής παρέμβασης ή προσωρινής ανάληψης της διαχείρισής τους.
Η απόφαση αποτελεί απάντηση στην εντεινόμενη εκστρατεία μεγάλης εμβέλειας του Κιέβου, η οποία έχει προκαλέσει πυρκαγιές σε δεκάδες εμπορικές αποθήκες και έχει πλήξει σημαντικό μέρος της ρωσικής διυλιστικής ικανότητας, δημιουργώντας παράλληλα πιέσεις στην εσωτερική αγορά καυσίμων.
Ο Πούτιν ζητεί ενεργότερο ρόλο στην άμυνα από τις επιχειρήσεις
Στα τέλη Αυγούστου, ο Ρώσος πρόεδρος υπέγραψε διάταγμα που επιτρέπει την επιβολή «προσωρινής διαχείρισης» σε εγκαταστάσεις κρίσιμης υποδομής οι οποίες δεν προστατεύονται επαρκώς από επιθέσεις drones. Τρεις ημέρες αργότερα, η κυβέρνηση συγκρότησε επιτροπή για την εφαρμογή του μέτρου.
Πρώην αξιωματούχος του Κρεμλίνου δήλωσε στους Financial Times ότι η απόφαση ελήφθη έπειτα από πιέσεις των υπηρεσιών πληροφοριών και του στρατού, οι οποίοι ζητούσαν από τις επιχειρήσεις να αναλάβουν ενεργότερο ρόλο στην άμυνα των εγκαταστάσεών τους. Το μήνυμα προς τις επιχειρήσεις, σύμφωνα με την ίδια πηγή, ήταν ουσιαστικά να οργανωθούν και να αρχίσουν να δαπανούν περισσότερα.
Η αντίδραση της αγοράς ήταν άμεση. Ο ειδικός στην άμυνα έναντι drones Βιατσεσλάβ Πλαξίν ανέφερε ότι τα αιτήματα επιχειρήσεων για σχετικά συστήματα αυξήθηκαν πενταπλασιάστηκαν σχεδόν μέσα σε μία νύχτα. Ο ίδιος χαρακτήρισε το διάταγμα «καταλύτη» για την κινητοποίηση των εταιρειών.
Ο Πούτιν εμφανίστηκε ικανοποιημένος από την εξέλιξη, δηλώνοντας στις 3 Σεπτεμβρίου ότι οι επιχειρήσεις είχαν αρχίσει να συμμετέχουν και να διαθέτουν χρήματα για την προστασία τους.
Ωστόσο, το ζήτημα της χρηματοδότησης της αντι-drone άμυνας αποτελούσε ήδη αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ κράτους και επιχειρηματικού κόσμου. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι δύο πλευρές διαφωνούσαν για το ποιος θα έπρεπε να επωμιστεί το κόστος. Ακόμη και ο Αλεξάντερ Σόχιν, επικεφαλής της φιλοκρεμλινικής ρωσικής επιχειρηματικής ένωσης, είχε ζητήσει επανειλημμένα κρατική βοήθεια.
Η κυβέρνηση, ωστόσο, επέμενε ότι οι επιχειρήσεις διαθέτουν τους απαιτούμενους πόρους. Ο υπουργός Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ είχε δηλώσει τον Ιούνιο ότι «έχουν τα χρήματα». Στα τέλη Σεπτεμβρίου, το υπουργείο ανακοίνωσε τελικά ότι επεξεργάζεται φορολογικές αλλαγές ώστε οι δαπάνες των εταιρειών για την άμυνα να αναγνωρίζονται φορολογικά, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
Πούτιν: Από την αντι-drone άμυνα στον φόβο κρατικοποίησης
Το διάταγμα του Πούτιν έλυσε μεν τη διαμάχη για τη χρηματοδότηση, αλλά δημιούργησε έναν νέο φόβο στον ρωσικό επιχειρηματικό κόσμο: ότι οι νέες εξουσίες του κράτους θα μπορούσαν να αποτελέσουν έναν ακόμη δρόμο προς την κρατικοποίηση ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων.
Οι κατασχέσεις και μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων έχουν αυξηθεί μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022, συμπεριλαμβανομένων περιουσιακών στοιχείων δυτικών εταιρειών που παρέμειναν στη Ρωσία. Πρόσφατες περιπτώσεις αφορούν ρωσικές δραστηριότητες της Nestlé, της Auchan και της Leroy Merlin, ενώ οι ρωσικές αρχές έθεσαν υπό «προσωρινή διαχείριση» και τα περιουσιακά στοιχεία της γερμανικής Metro.
Ο Πούτιν έχει δηλώσει ότι δεν είχε ποτέ πρόθεση να αφαιρέσει περιουσιακά στοιχεία μέσω του συγκεκριμένου διατάγματος. Η διαβεβαίωση, ωστόσο, δεν έπεισε όλους τους επιχειρηματίες.
Πρώην στέλεχος της Rosneft εκτίμησε ότι το μέτρο θα μπορούσε κάποια στιγμή να χρησιμοποιηθεί για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων. Προς το παρόν, όμως, λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός πίεσης ώστε οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων να χρηματοδοτήσουν την προστασία των εγκαταστάσεών τους.
Το ίδιο στέλεχος υποστήριξε μάλιστα ότι ορισμένες εταιρείες με στενούς δεσμούς με το Κρεμλίνο θα μπορούσαν να βγουν κερδισμένες. Θα μπορούσαν, κατά την εκτίμησή του, να μεταβιβάσουν προσωρινά εγκαταστάσεις όπως διυλιστήρια στο κράτος, να τις επισκευάσουν με δημόσια χρήματα και να τις ανακτήσουν όταν βελτιωθούν οι συνθήκες.
Την ίδια στιγμή, το θεσμικό πλαίσιο παραμένει ασαφές. Δεν υπάρχουν σαφείς κανόνες για το ποιος ευθύνεται για την προστασία μιας εγκατάστασης από ουκρανικά drones ούτε για το εύρος των μέτρων που υποχρεούται να λάβει κάθε εταιρεία. Πολλά συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και παρεμβολής απαιτούν άδειες από τις υπηρεσίες ασφαλείας, τις οποίες οι περισσότερες επιχειρήσεις δεν διαθέτουν.
Οι κανόνες έχουν εξελιχθεί από παλαιότερη αντιτρομοκρατική νομοθεσία, δημιουργώντας ένα περίπλοκο πλέγμα απαιτήσεων, από προστατευτικά δίχτυα έως ηλεκτρονικά συστήματα παρεμβολών. Εν δυνάμει, οι ρυθμίσεις μπορούν να αφορούν εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις. Ο Πλαξίν ανέφερε ότι μόνο σε έναν κλάδο συζητήθηκε η προτεραιοποίηση 24.000 κρίσιμων εγκαταστάσεων από σύνολο περίπου 700.000.
Η άμυνα έχει υψηλό κόστος, η νέα γραμμή Πούτιν
Η προστασία δεν περιορίζεται σε νομικές υποχρεώσεις. Έχει και σημαντικό οικονομικό κόστος. Σε ευάλωτες εγκαταστάσεις, όπως στρατιωτικά αεροδρόμια, διυλιστήρια και σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, δορυφορικές εικόνες δείχνουν προστατευτικά δίχτυα και κατασκευές από οπλισμένο σκυρόδεμα γύρω από κρίσιμες υποδομές. Συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, όπως το Pantsir, μπορούν επίσης να αναπτυχθούν κοντά σε εγκαταστάσεις, ακόμη και σε κατοικημένες περιοχές.
Όσο μικρότερη είναι η απόσταση μιας κρίσιμης υποδομής από την Ουκρανία, τόσο πιο σύνθετη τείνει να είναι η προστασία της. Εγκαταστάσεις στην Κριμαία, για παράδειγμα, μπορεί να διαθέτουν ένα ευρύ φάσμα μέτρων, ενώ υποδομές πέρα από τα Ουράλια ενδέχεται να έχουν περιορισμένη ή ακόμη και μηδενική προστασία.
Το κόστος μπορεί να είναι δυσβάσταχτο. Ο Πλαξίν ανέφερε εργοστάσιο που χρειάστηκε να εγκαταστήσει σύστημα προστασίας αξίας 220 εκατ. ρουβλίων, περίπου 2,8 εκατ. δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί στα έσοδα μιας ημέρας. Επιχειρηματίας σε περιοχή που συνορεύει με την Ουκρανία δήλωσε ότι έχει δαπανήσει περισσότερα από 1,5 δισ. ρούβλια, περίπου 19,1 εκατ. δολάρια, για συστήματα άμυνας.
Η Αλεξάντρα Προκοπένκο του Carnegie Russia Eurasia Center εκτιμά ότι το ρωσικό κράτος δεν διαθέτει πλέον τους πόρους ώστε να χρηματοδοτεί ταυτόχρονα τον πόλεμο και ένα πολυεπίπεδο σύστημα προστασίας από drones. Οι επιχειρήσεις, από την άλλη πλευρά, δεν έχουν εύκολη διέξοδο.
Φορολογία: Ο Πούτιν αναζητά νέα έσοδα
Η μεταφορά του κόστους της αντι-drone άμυνας στις επιχειρήσεις εντάσσεται σε μια ευρύτερη δημοσιονομική πίεση. Η Ρωσία αντιμετωπίζει αυξανόμενες δυσκολίες στη χρηματοδότηση του πολέμου και το υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε νέες φορολογικές αυξήσεις για το επόμενο έτος.
Το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027 προβλέπει δημοσιονομικό έλλειμμα μόλις 2% του ΑΕΠ. Η επίτευξη αυτού του στόχου, όμως, προϋποθέτει σειρά φορολογικών παρεμβάσεων που πλήττουν δυσανάλογα τα υψηλότερα εισοδήματα.
Στη βασική φορολογική βάση θα ενταχθούν εισοδήματα από μερίσματα και άλλες επενδύσεις σε μετοχές, τόκους καταθέσεων, συναλλαγές σε τίτλους και ψηφιακά δικαιώματα, πωλήσεις ακινήτων και μετοχών, καθώς και ασφαλιστήρια και δωρεές. Η φορολόγηση αυτών των εισοδημάτων θα μπορεί να φτάσει το 22%, έναντι ανώτατου συντελεστή 15% μέχρι σήμερα.
Το υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι οι αλλαγές θα αφορούν περίπου το 6% των φορολογουμένων, δηλαδή περίπου 4 εκατομμύρια πολίτες. Παράλληλα, οι εταιρείες εξόρυξης και μεταλλουργίας θα επιβαρυνθούν με φόρο 30% στα έκτακτα κέρδη που συνδέονται με την άνοδο των διεθνών τιμών των πρώτων υλών, ενώ τα μερίσματα προς ξένους κατόχους ρωσικών μετοχών θα φορολογούνται με 35% και τα αμοιβαία κεφάλαια με 15%.
Οι δημοσιονομικές πιέσεις συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την υποχώρηση των ενεργειακών εσόδων. Σύμφωνα με ανάλυση της Τράπεζας της Φινλανδίας, τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο μειώθηκαν κατά 17% σε ετήσια βάση το πρώτο οκτάμηνο. Οι ουκρανικές επιθέσεις επηρέασαν τις εξαγωγές πετρελαίου, περιορίζοντας τα οφέλη από τις υψηλές τιμές του αργού.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι ο όγκος των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου υποχώρησε τον Αύγουστο στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2018. Ως αποτέλεσμα, το δημοσιονομικό έλλειμμα ενδέχεται να φτάσει φέτος το 3%, καθιστώντας ακόμη δυσκολότερη την επίτευξη του στόχου του 2% για το 2027.
Πέρα από τα δημόσια οικονομικά, επιδεινώνεται και το επιχειρηματικό κλίμα. Ο Αντρέι Κόστιν, επικεφαλής της VTB, υποστήριξε ότι η επιδείνωση δεν οφείλεται μόνο στις κυρώσεις. Οι επιχειρηματίες, όπως είπε, φοβούνται ότι τα περιουσιακά τους στοιχεία μπορεί τελικά να περάσουν στο κράτος και, ως εκ τούτου, αποφεύγουν να επενδύσουν στην ανάπτυξη.
Η Αλεξάντρα Προκοπένκο συνοψίζει το πρόβλημα σε μια ευρύτερη δημοσιονομική εξίσωση: η εξάντληση των χρηματοοικονομικών αποθεμάτων και η συρρίκνωση της φορολογικής βάσης καθιστούν ολοένα δυσκολότερο τον συνδυασμό υψηλών αμυντικών δαπανών, σταθερών τιμών και οικονομικής ανάπτυξης.
Έτσι, η Ρωσία εισέρχεται σε μια περίοδο όπου το κόστος του πολέμου δεν αποτυπώνεται μόνο στις στρατιωτικές δαπάνες. Μεταφέρεται στις επιχειρήσεις μέσω της αντι-drone άμυνας, στους υψηλότερα εισοδηματικούς φορολογούμενους μέσω νέων επιβαρύνσεων και στην ίδια την οικονομία μέσω μειωμένων επενδύσεων. Το περιθώριο για αναβολή δύσκολων αποφάσεων περιορίζεται, την ώρα που το Κρεμλίνο εξακολουθεί να θεωρεί τη συνέχιση του πολέμου στρατηγική προτεραιότητα.
