Τρίτη, 21 Μαΐου, 2024

Ελληνοτουρκικά: Γιατί ο Ερντογάν ζητά τώρα από τον Μητσοτάκη… φρένο στους εξοπλισμούς

Σε έναν αγώνα δρόμου αναζήτησης χρημάτων αλλά και εναλλακτικών πηγών προμήθειας εξοπλιστικών προγραμμάτων για τις τουρκικές Ενοπλες Δυνάμεις έχει αποδυθεί ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθώς για πρώτη φορά έπειτα από δεκαετίες η Ελλάδα εμφανίζεται να έχει το «πάνω χέρι» στην ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο.

Το πάγωμα της στρατιωτικής συνεργασίας των Ηνωμένων Πολιτειών με την Τουρκία και η άρνηση της Ουάσινγκτον να προμηθεύσει με σύγχρονα όπλα και ανταλλακτικά τον τουρκικό στρατό, λόγω των κυρώσεων που επέβαλε το Κογκρέσο για την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400, αλλά και γενικότερα εξαιτίας της αποσταθεροποιητικής πολιτικής που ακολουθεί η γειτονική μας χώρα στη ΝΑ Μεσόγειο, έχουν αναγκάσει την Αγκυρα να στραφεί σε άλλες αγορές, όπως η Κίνα, η Ρωσία, ακόμη και το Ιράν, αναζητώντας πόρους και τεχνογνωσία, προκειμένου να μπορέσει να αναπτύξει αλλά και να εκσυγχρονίσει το υπάρχον οπλοστάσιό της.

Αντίθετα, η χώρα μας, υλοποιώντας με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς ένα τεράστιο εξοπλιστικό πρόγραμμα, το οποίο ξεπέρασε τα 10 δισ. ευρώ μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια, κατάφερε όχι μόνο να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, έπειτα από 15 χρόνια παγώματος των εξοπλισμών, αλλά και να αποκτήσει ποιοτική υπεροχή, ιδιαίτερα στον αέρα, ως απόρροια της αγοράς των 24 γαλλικών μαχητικών αεροσκαφών Rafale, της αναβάθμισης 83 F-16 σε επίπεδο Viper, αλλά και της επικείμενης ένταξης των 5ης γενιάς μαχητικών F-35. Στο πλαίσιο αυτό, μόνο τυχαία δεν είναι η ξαφνική προθυμία του κ. Ερντογάν, να συναντηθεί με τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο Βίλνιους της Λιθουανίας στις 11 και 12 Ιουλίου, προεξοφλώντας έτσι και την εκλογική αυτοδυναμία της Ν.Δ.

Επειτα από πάμπολλες προσωπικές προσβολές αλλά και αρνήσεις να δει τον μέχρι πρότινος πρωθυπουργό κατά τη διάρκεια των περασμένων τριών ετών, ο Τούρκος πρόεδρος εμφανίζεται να παραμερίζει το δόγμα «θα έρθουμε μια νύχτα ξαφνικά», επιδιώκοντας συνάντηση με τον κ. Μητσοτάκη, προκειμένου να του ζητήσει να βάλει φρένο στους ελληνικούς εξοπλισμούς. «Εχουμε ορισμένα πράγματα να πούμε. Ποια είναι αυτά; Κύριε πρωθυπουργέ, σταματήστε τους εξοπλισμούς. Πού το πάτε με αυτούς τους εξοπλισμούς; Η Αμερική συνεχίζει να σας δίνει άφθονα όπλα.

Τα παίρνετε επειδή η Αμερική σάς τα δίνει δωρεάν ή τα παίρνετε επειδή (η Αμερική) δεν θέλει χρήματα; Υποθέτω ότι θα μιλήσουμε για αυτά τα πράγματα. Και να ξέρετε ότι είμαστε εδώ για να μειώνουμε τους εχθρούς μας, όχι για να τους αυξάνουμε. Αυτή είναι η Τουρκία, αυτός είναι ο Ερντογάν», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Τούρκος πρόεδρος μιλώντας σε δημοσιογράφους κατά το ταξίδι της επιστροφής του από το Αζερμπαϊτζάν στις αρχές της περασμένης εβδομάδας.

Ανατολιτικό παζάρι

Πέρα πάντως από την απόκτηση ελληνικής υπεροχής στο Αιγαίο, ο κ. Ερντογάν εμφανίζεται εκνευρισμένος και από την αμερικανική στάση απέναντι στο τουρκικό εξοπλιστικό πρόγραμμα, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ δεν δείχνουν, μέχρι ώρας τουλάχιστον, να ενδίδουν στο «ανατολίτικο παζάρι» που επιχειρεί να κάνει η Αγκυρα με στόχο να αρθούν οι αντιρρήσεις που υπάρχουν από το Κογκρέσο για την προμήθεια 40 νέων μαχητικών F-16 και τον εκσυγχρονισμό ακόμη 80 σε επίπεδο Block 70/72 Viper, συνολικού κόστους 20 δισ. δολαρίων.

Ωστόσο, επί του παρόντος, ο κ. Ερντογάν συνεχίζει να εκβιάζει τη Δύση, και ιδιαίτερα τις ΗΠΑ, με τη χρήση βέτο για την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, με σκοπό να ανταλλάξει στο Βίλνιους τη θετική του απάντηση με την άρση του άτυπου αμερικανικού εμπάργκο πώλησης όπλων και ανταλλακτικών στις τουρκικές Ενοπλες Δυνάμεις. Το συγκεκριμένο ζήτημα πάντως εξακολουθεί na παραμένει στον αέρα, δεδομένου ότι η τετραμερής για την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, που συναντήθηκε την περασμένη Δευτέρα στην Αγκυρα, δεν κατέληξε σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Σε ό,τι αφορά τους ελληνικούς εξοπλισμούς, η ανησυχία που υπάρχει στην Αγκυρα είναι ιδιαίτερα εμφανής τους τελευταίους μήνες και, σύμφωνα με κύκλους του Πενταγώνου, ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που ανάγκασαν την τουρκική πολιτική ηγεσία να ρίξει τους τόνους της αντιπαράθεσης στο Αιγαίο, υιοθετώντας ένα περισσότερο διαλλακτικό πλαίσιο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ενδεικτικά να σημειώσουμε πως το ζήτημα των εξοπλιστικών προγραμμάτων της Ελλάδας ήταν η πρώτη φορά που απασχόλησε ιδιαίτερα σοβαρά και το πανίσχυρο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας της Τουρκίας, το οποίο σε συνεδρίασή του στις αρχές του έτους έθεσε το συγκεκριμένο θέμα πολύ ψηλά στην ατζέντα του.

Το ελληνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα πάντως βρίσκεται πολύ ψηλά και στις αναφορές των τουρκικών ΜΜΕ, με Τούρκους στρατιωτικούς αναλυτές να επισημαίνουν πως η Αγκυρα θα πρέπει άμεσα και εντός του 2023 να βρει λύσεις, ιδιαίτερα για την αεροπορία της, καθώς μέχρι το τέλος του έτους και μετά την ενσωμάτωση τουλάχιστον 18 Rafale και 18 F-16 Viper στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία «θα αλλάξει δραματικά η ισορροπία στους αιθέρες του Αιγαίου».

Οπως επισημαίνουν οι παραπάνω κύκλοι, η πολιτική της ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων από την κυβέρνηση είναι αδιαμφισβήτητα ορθή, καθώς όποια ύφεση παρουσιάζεται διαχρονικά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ανεξαρτήτως αιτίας και αφορμής, είναι μόνο συγκυριακή. «Ελάχιστα εικοσιτετράωρα πριν από τις επαναληπτικές εκλογές, η τουρκική πολιτική ηγεσία δεν δίστασε να εξαπολύσει νέες προκλήσεις κατά της χώρας μας, αφενός θέτοντας θέμα διαμοιρασμού του φυσικού πλούτου του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, αφετέρου πραγματοποιώντας τη δεύτερη δοκιμαστική βολή του πυραύλου Tayfun, αλλά και διατυπώνοντας την επιθυμία ναυπήγησης νέου και μεγαλύτερου αεροπλανοφόρου.

Οι προσπάθειες ενίσχυσης και εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων στόχο έχουν τη μεγιστοποίηση της αποτρεπτικής ισχύος έναντι της τουρκικής απειλής, όχι μόνο στο καθαρά στρατιωτικό επιχειρησιακό επίπεδο, αλλά και σε αυτό της προβολής της εικόνας, που αντίστοιχα επιδρά τόσο στο ηθικό του αντιπάλου όσο και στον στρατιωτικό πειθαναγκασμό και καταναγκασμό. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ελληνική υπεροχή στον αέρα, με την ολοκλήρωση του προγράμματος αναβάθμισης των 80 F-16 σε επίπεδο Viper, με την επικείμενη αναβάθμιση των F-16 Block 50, με την ολοκλήρωση του στόλου των Rafale, καθώς και με την επικείμενη προμήθεια των αεροσκαφών F-35, η Πολεμική Αεροπορία μας καθίσταται μία από τις πιο ισχυρές στην ευρύτερη περιοχή. Η χώρα μας μπορεί πλέον να ισχυριστεί ότι έχει εξισορροπήσει το ποσοτικό πλεονέκτημα της τουρκικής αεροπορίας ενώ ταυτόχρονα φεύγει πολύ μπροστά ποιοτικά.

Μετά το κύμα εκσυγχρονισμού και αναβαθμίσεων θα ακολουθήσει και η υπογραφή των FOS συμβάσεων που συντηρούν την πολεμική μηχανή και παράγουν ευκαιρίες βιομηχανικής επένδυσης στη χώρα μας», τονίζουν χαρακτηριστικά οι ίδιοι κύκλοι, προσθέτοντας ότι η τουρκική πολεμική αεροπορία έχει χάσει το ποιοτικό πλεονέκτημα έναντι της ελληνικής, επιχειρώντας να καλύψει το κενό με την ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων και εγχώριων αεροπορικών πυρομαχικών, τα οποία, όπως συμπληρώνουν με νόημα, «δίνουν επαρκή και ασφαλή εφοδιαστική υποστήριξη των επιχειρήσεων σε μακροχρόνιους πολέμους, εφόσον όμως έχεις πτητικά μέσα και δεν έχουν καταρριφθεί από τον αντίπαλο…».

Παράλληλα, ενδεικτικό του συναινετικού πλαισίου που εμφανίζονται να υιοθετούν εσχάτως οι Τούρκοι στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν και το κλίμα της συνάντησης που είχαν την περασμένη Πέμπτη στις Βρυξέλλες, στο περιθώριο της Υπουργικής Συνάντησης του ΝΑΤΟ, ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Αλκιβιάδης Στεφανής και ο Τούρκος ομόλογός του Γιασάφ Γκιουλέρ, στη διάρκεια της οποίας υπογραμμίστηκαν η σημασία της επικοινωνίας και των συναντήσεων μεταξύ των δύο πλευρών, καθώς και η διατήρηση του τρέχοντος κλίματος αποφυγής των εντάσεων.

Παραγωγή οπλων

Την ίδια στιγμή, πάντως, που ο κ. Ερντογάν ισχυρίζεται πως είναι έτοιμος να πει στον κ. Μητσοτάκη να σταματήσει τους ελληνικούς εξοπλισμούς, ο ίδιος συνεχίζει την επιθετική του ρητορική σε βάρος της χώρας μας κάνοντας συνεχείς αναφορές στην εμπλοκή της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα των Ενόπλων Δυνάμεων της γείτονος.

Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία συνεχίζει να προκαλεί με τις δοκιμές του βαλλιστικού πυραύλου, μεγάλου βεληνεκούς, Tayfun, ενώ μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει δοκιμές και στον νέο πύραυλο αέρος – εδάφους Kemankes. Ταυτόχρονα, σε συνεργασία με γερμανικά ναυπηγεία, η Αγκυρα τρέχει ένα πρόγραμμα ναυπήγησης συνολικά έξι υποβρυχίων εγχώριας έκδοσης τύπου Type 214 (περίπου αντίστοιχα με τα ελληνικά υποβρύχια κλάσης «Παπανικολής»), ενώ στα σκαριά έχει και την ανάπτυξη του εγχώριου αεροσκάφους Stealth 5ης γενιάς TF-X, γνωστού και ως «εθνικού μαχητικού αεροσκάφους», με στόχο να κάνει την πρώτη του πτήση εντός του 2023 – στην 100ή επέτειο από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Σε ό,τι αφορά πάντως τη συγκεκριμένη προσπάθεια, να σημειώσουμε πως η Αγκυρα υποστήριξε ότι ανέπτυξε το συγκεκριμένο μαχητικό σε λιγότερο από πέντε χρόνια, όταν οι ΗΠΑ χρειάστηκαν περισσότερα από 10 χρόνια για την παραγωγή αεροσκαφών με χαρακτηριστικά Stealth, ενώ η Ρωσία, επίσης έπειτα από μία δεκαετία ερευνών, δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να αναπτύξει ένα πραγματικό μαχητικό 5ης γενιάς, συνεχίζοντας να εξελίσσει το πρόγραμμα Su-57/PAK.

Εξεύρεση πόρων

Ενα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κ. Ερντογάν, στην προσπάθειά του να προλάβει το ελληνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα, είναι, πέρα από την αμερικανική επιφυλακτικότητα, η εξαιρετικά άσχημη κατάσταση της τουρκικής οικονομίας, η οποία πλέον αδυνατεί να χρηματοδοτήσει τα φαραωνικά εξοπλιστικά σχέδιά του, τα περισσότερα εκ των οποίων υπάρχουν μόνο σε επίπεδο δηλώσεων.

Ενδεικτικά να σημειώσουμε πως η τουρκική κεντρική τράπεζα ανάλωσε από τις αρχές του έτους περίπου 24 δισ. δολάρια από τα συναλλαγματικά της αποθέματα για να αποτρέψει την πτώση της λίρας, με την εικόνα να εκτιμάται πως θα χειροτερέψει τους επόμενους μήνες λόγω και της επιβάρυνσης της οικονομίας της γείτονος με περισσότερα από 100 δισ. δολάρια, λόγω των καταστροφικών σεισμών του περασμένου Φεβρουαρίου.

Η αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, αλλά και το γεγονός ότι δεν θέλει να δείξει αδυναμία στο εσωτερικό της χώρας του απευθυνόμενος για βοήθεια στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει αναγκάσει τον κ. Ερντογάν να αναζητήσει χρηματοδότηση από τρίτες χώρες, κυρίως από τις χώρες του Κόλπου, τη Ρωσία, το Ιράν και την Κίνα. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την οικονομική σχέση Ρωσίας – Τουρκίας, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έχει αναδειχθεί σε βασικό σύμμαχο του κ. Ερντογάν, σχεδιάζοντας μάλιστα να πραγματοποιήσει σύντομα το τρίτο του ταξίδι εκτός Ρωσίας από την έναρξη του πολέμου, στην Αγκυρα, προκειμένου να συναντηθεί με τον Τούρκο ομόλογό του.

Ο κ. Ερντογάν εμφανίζεται να υποστηρίζει μεν την κυριαρχία της Ουκρανίας, αλλά προτάσσει την οικονομική, ενεργειακή και στρατιωτική συνεργασία της Τουρκίας με τη Μόσχα, παρέχοντας -με αντάλλαγμα τη στήριξη της τουρκικής οικονομίας- τρόπους στη Ρωσία ώστε να παρακάμπτει τις δυτικές κυρώσεις.

By