Κυριακή, 27 Νοεμβρίου, 2022

Επίθεση Βενιζέλου σε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ: Aποφεύγουν – παρά την κρίσιμη συγκυρία- την αναζήτηση συγκλίσεων

Επίθεση στα δύο μεγάλα κόμματα κάνει ο Ευάγγελος Βενιζέλος, κατηγορώντας τόσο την κυβερνητική παράταξη όσο και τον ΣΥΡΙΖΑ ότι αποφεύγουν – παρά την κρίσιμη συγκυρία- την αναζήτηση συγκλίσεων και συναινέσεων για την επόμενη μετεκλογική μέρα.

Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ξεκινώντας την εισαγωγική του ομιλία στο έκτο διήμερο Συνέδριο του Κύκλου Ιδεών με θέμα την συγκρότηση εθνικής στρατηγικής σε ένα περιβάλλον διεθνούς περιδίνησης, έδωσε έμφαση και στο αμιγώς πολιτικό ζήτημα των πιθανών εκλογικών συσχετισμών και της φυσιογνωμίας της κυβέρνησης που θα προκύψει από τις επόμενες- «ή για την ακρίβεια από τις μεθεπόμενες εκλογές», είπε χαρακτηριστικά. Αναφέρθηκε στο ερώτημα που κυριαρχεί σχετικά με το προφίλ της επόμενης κυβέρνησης, έθεσε το ζήτημα-δίλημμα που ήδη συζητείται περί αυτοδύναμης κυβέρνησης ή μιας κυβέρνησης συνεργασίας δυο ή περισσότερων κομμάτων και υποστήριξε ότι αυτό το βασικό ζητούμενο επηρεάζει σε βάθος το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα.

Αυτό το βασικό ζητούμενο -όπως εξήγησε ο κ. Βενιζέλος στη συνέχεια- προϋποθέτει πόλωση, όξυνση, ανάδειξη των «αγεφύρωτων» διαφόρων». Και συμπλήρωσε μ ε δηκτικό ύφος: «Το ζήτημα των πολιτικών που θα μπορέσει ή θα αναγκαστεί να εφαρμόσει επί της ουσίας η επόμενη κυβέρνηση φαίνεται να ενδιαφέρει πολύ λίγο τη δημόσια συζήτηση. Η αναζήτηση συγκλίσεων και συναινέσεων είναι σχεδόν ενοχλητική για τα δυο μεγαλύτερα κόμματα που διεκδικούν την πρώτη θέση: η ΝΔ με τη μορφή της απόλυτης / αυτοδύναμης πλειοψηφίας, ο ΣΥΡΙΖΑ ως κορμός μιας κυβερνητικής συνεργασίας».

Ο κ. Βενιζέλος μίλησε αναλυτικά για τις διαρκείς ανακατατάξεις στην Ευρώπη και διεθνώς, για την ενεργειακή ακρίβεια και τα μείζονα ζητήματα που απασχολούν τους πολίτες, τους δημοσιονομικούς κινδύνους, το «επεισόδιο των υποκλοπών» και τις ευθύνες των πολιτικών κομμάτων για την προοπτική της χώρας.

Με την ομιλία του ο Ευάγγελος Βενιζέλος σημείωσε συγκεκριμένα:

«Η διεθνής περιδίνηση μετά τη ρωσική στρατιωτική εισβολή και τον πόλεμο στην Ουκρανία εκδηλώνεται σε όλα τα πεδία:

Αμφισβητείται η κυρίαρχη δυτική γραμμική αντίληψη περί προόδου και κεκτημένου. Η ανθρωπότητα ζει εμφανώς σε πολλές παράλληλες και όχι διαδοχικές εποχές. Μετανεωτερικά και αρχαϊκά στοιχεία συνυπάρχουν, για την ακρίβεια, μετανεωτερικές τεχνολογικές δυνατότητες τίθενται στην υπηρεσία αρχαϊκών ή μάλλον πρωτόγονων στόχων, όπως η άσκηση ωμής βίας, ο πόλεμος, οι γενοκτονίες.

Έχουν αναιρεθεί όλες οι μετά – ψυχροπολεμικές βεβαιότητες των τελευταίων τριάντα δυο ετών.

Έχουν αναδειχθεί σχεδόν όλες οι υφέρπουσες εκκρεμότητες σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο.

Τίθεται άλλωστε, με τον πιο απλό και ευθύ τρόπο, ζήτημα πυρηνικής απειλής από μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και όχι από κράτος – παρία.
Η διεθνής έννομη τάξη και πρωτίστως το σύστημα των Ηνωμένων Εθνών ομολογεί την αναποτελεσματικότητά του: το Συμβούλιο Ασφαλείας που είναι η καρδιά του συστήματος δεν λειτουργεί όταν παραβάτης της διεθνούς νομιμότητας είναι μόνιμο μέλος του που έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα της μεγάλης πυρηνικής δύναμης.

Είναι πλέον ανοικτή και ρητή η σύγκρουση της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τον αυταρχισμό και τον ολοκληρωτισμό. Η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι όμως εμφανώς φοβική, φοβάται τις εκλογικές συμπεριφορές των κοινωνιών που εκφράζει και τα εκλογικά αποτελέσματα. Η σύγκρουση με τον αυταρχισμό και τον ολοκληρωτισμό δεν θα κριθεί μόνο στην Ουκρανία αλλά και στο εσωτερικό της Δύσης, κυρίως στο εσωτερικό της αμερικανικής κοινωνίας και του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Θα κριθεί εν πολλοίς στις επόμενες αμερικανικές προεδρικές εκλογές.

Ο πληθωρισμός θέτει υπό δοκιμασία μια μακρά περίοδο ποσοτικής χαλάρωσης και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Κοινή παραδοχή είναι η προοπτική ύφεσης στη διεθνή οικονομία. Έχει ήδη μεταβληθεί η νομισματική πολιτική όλων των μεγάλων κεντρικών τραπεζών με αύξηση επιτοκίων.
Η ενεργειακή κρίση που έχει στην αφετηρία της τη μυωπική εξάρτηση της ΕΕ από τα ορυκτά καύσιμα της Ρωσίας οδηγεί όχι μόνο σε έκρηξη των τιμών και σε σοβαρές δυσκολίες ενεργειακού εφοδιασμού, αλλά και σε όξυνση της κλιματικής κρίσης, με τις συνέπειες να είναι πλέον ορατές στην αύξηση της συχνότητας και της έντασης των φυσικών καταστροφών.

Οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες μεταξύ περιοχών του πλανήτη, μεταξύ κρατών αλλά και στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών μεγεθύνονται με προφανείς επιπτώσεις στη λειτουργία και την ανθεκτικότητα της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Η πανδημία συνεχίζεται, ενώ απειλείται η εμφάνιση νέων ή η αναβίωση παλιών και ξεχασμένων ιών. Η εφοδιαστική αλυσίδα έχει διαταραχθεί επηρεάζοντας έντονα τις τιμές αλλά και την ασφάλεια εφοδιασμού. Η αντίληψη για τις αποστάσεις και την ασφάλεια και το κόστος της μεταφοράς αγαθών αλλάζει το διεθνές εμπόριο και την κλίμακα της παγκοσμιοποίησης.

Ταυτόχρονα παραμένουν όλες οι εστίες κρίσης που ήταν ανοικτές όταν ξεκίνησε η ρωσική στρατιωτική εισβολή και ο πόλεμος στην Ουκρανία: Συρία, Λιβύη, Υεμένη, Καύκασος. Οι νέοι διεθνείς συσχετισμοί επηρεάζουν καταλυτικά τις περιφερειακές διενέξεις που αποκτούν παρακολουθηματικό χαρακτήρα. Αυτό αφορά ευθέως το κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Στα Βαλκάνια με μεγάλη δυσκολία συγκρατούνται όλα σχεδόν τα μέτωπα που είναι έτοιμα να ανοίξουν.

Στην Αν. Μεσόγειο το ταυτοτικό και στρατηγικό πρόβλημα της Τουρκίας και η δυσκολία να διαχειριστεί τις εσωτερικές της αντιφάσεις και τη μεγάλη και δύσκολη συνοριακή της γραμμή, τροφοδοτεί μια ρητορική έντασης και με την Ελλάδα. Αυτό διαρκεί πια τρία συναπτά έτη.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι όμως η πρόσοψη των δύσκολων σχέσεων της Τουρκίας με τη Δύση. Η Ελλάδα είναι κράτος μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ χωρίς αμφιταλαντεύσεις και εξαιρετισμούς.

Η αμερικανική παρουσία στην Αλεξανδρούπολη προσλαμβάνεται από την Τουρκία ως σχέδιο μείωσης της στρατηγικής της σημασίας, ενώ συνιστά ενίσχυση της στρατιωτικής υπόστασης της Δύσης στην οποία θέλουμε να ανήκει η Τουρκία. Η οξεία τουρκική ρητορεία των τελευταίων ημερών απευθύνεται περισσότερο στις ΗΠΑ και λιγότερο στην Ελλάδα. Αφορά κατά βάθος τις δύσκολες σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας. Το ζήτημα άλλωστε της λεγόμενης αποστρατιωτικοποίησης των νησιών είναι το λιγότερο παράδοξο να τίθεται μεταξύ συμμάχων, κρατών μελών του ΝΑΤΟ και μάλιστα υπό συνθήκες πολέμου στην Ουκρανία και κινητοποίησης της Συμμαχίας. Και αυτό πέραν από τη γνωστή και σαφή ελληνική απάντηση για το καθεστώς, πρώτον, της Λήμνου και της Σαμοθράκης, δεύτερον, της Λέσβου, Χίου, Σάμου και Ικαρίας και, τρίτον, της Δωδεκανήσου.

Η δε Συνθήκη της Λωζάνης δεν είναι διμερής ελληνο-τουρκική σύμβαση, δεν είναι απλώς η ουσιαστική ιδρυτική πράξη της Τουρκικής Δημοκρατίας, είναι η πολυμερής και οριστική διευθέτηση των συνόρων μεγάλου αριθμού κρατών στη νοτιοανατολική Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.
Η Ελλάδα γεννήθηκε ως ανεξάρτητο κράτος πριν διακόσια χρόνια με τη θεωρία ότι μπορεί να συμβάλλει μαζί με την παρακμάζουσα τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία στην ανακοπή της καθόδου της Ρωσίας στη Μεσόγειο. Με αυτή λίγο πολύ την προσέγγιση οι δυο χώρες, Ελλάδα και Τουρκία, εντάχθηκαν το 1952 από κοινού στο ΝΑΤΟ.

Τώρα που έχει γίνει ξανά αντιληπτή η σημασία της ευρωαμερικανικής ενότητας και ο ρόλος του ΝΑΤΟ είναι προφανώς πολύ δύσκολο για την Τουρκία να συγκρουστεί με τη Δύση και να υπονομεύσει τον βασικό στρατιωτικό της βραχίονα. Η αποκοπή της από τη Δύση θα θέσει σε άμεσο και βαθύ κίνδυνο την κοινωνική, εθνοτική και θρησκευτική ενότητα της Τουρκικής Δημοκρατίας. Η Ελλάδα έχει συνεπώς κάθε λόγο να αντιμετωπίζει με στρατηγική ψυχραιμία τις ρητορικές προκλήσεις και να διατηρεί ανοικτούς τους πολιτικούς και διπλωματικούς διαύλους επικοινωνίας με σαφή γραμμή και σταθερή αναφορά στο διεθνές δίκαιο.

Η Τουρκία είναι κεντρικό ειδησεογραφικό θέμα καθημερινά, αλλά η κοινή γνώμη προσλαμβάνει μια αποσπασματική εικόνα για τα μεγάλα στρατηγικά διλήμματα της γείτονος, τους εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς και τη σχέση τους με την εξωτερική πολιτική. Ο στρατιωτικός συσχετισμός και το εξοπλιστικό ισοζύγιο προφανώς είναι μόνο μια από τις πολλές παραμέτρους που επηρεάζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Πολύ σημαντική, που πρέπει όμως να τοποθετείται στο πλαίσιο μιας πιο συνθέτης θεώρησης για τους συντελεστές εθνικής ισχύος.

Μέσα στο περιβάλλον αυτό και με όλες τις προκλήσεις ανοικτές, η ευρωπαϊκή στρατηγική αμηχανία είναι φανερή σε όλα τα πεδία. Αν δεν υπήρχαν οι ΗΠΑ και αν δεν υπήρχαν διαρκώς τετελεσμένα γεγονότα που επιβάλλουν στην ΕΕ να ακολουθεί μια σαφή γραμμή έναντι της Ρωσίας, της Ουκρανίας, της Κίνας, του Ιράν, θα ήταν ίσως αδύνατο να διαμορφωθεί μια ενιαία ευρωπαϊκή στρατηγική. Η Γερμανία ως ιθύνουσα ευρωπαϊκή δύναμη δυσκολεύεται εμφανώς να διαχειριστεί την τριπλή πρόκληση της ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία, της στρατιωτικοπολιτικής υποταγής στις ΗΠΑ και της ανάγκης να επανεξετάσει τις οικονομικές της σχέσης με την Κίνα. Η Γαλλία δεν μπορεί να καλύψει το μεγάλο κενό της ευρωπαϊκής ηγεμονίας. Οι επιπτώσεις είναι εμφανείς στην «ενεργειακή αμηχανία» της ΕΕ.

Μέσα σε να τόσο διαταραγμένο και αβέβαιο διεθνές πλαίσιο η Ελλάδα δεν αρκεί να είναι με καθαρό τρόπο εντεταγμένη στο δυτικό στρατόπεδο και να λειτουργεί ως κράτος μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και ως στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ.

Ούτε μπορεί να ζει με την εντύπωση ότι έχει επανέλθει σε μια κανονικότητα που δεν κινδυνεύει να ανατραπεί, ότι είναι μια μικρή όαση. Αυτή είναι μια προσέγγιση εκτός θέματος.

Η ανάγκη να υπάρχει μια καλά επεξεργασμένη και συμπεριληπτική εθνική στρατηγική που μπορεί να συγκεντρώσει τη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική και πολιτική συναίνεση, είναι επιτακτική μέσα σε μια τόσο πολύπλοκη και εύθραυστη συγκυρία, γεμάτη από προκλήσεις και κινδύνους. Η χώρα πρέπει να κινείται εντός αυτού του θέματος.

Η σωτερική δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα διαμορφώνει όμως τις προτεραιότητές της με κριτήρια εσωτερικής υπερ-κομματικοποίησης.

Υπάρχουν αναμφίβολα θετικά και αισιόδοξα σημεία που πρέπει να αναδεικνύονται:

Οι εντυπωσιακές επιδόσεις του τουριστικού τομέα που ξεπέρασαν αυτές του 2019.

Ο συνδυασμός του υψηλού πληθωρισμού με υψηλό ρυθμό ανάπτυξης (πρωτίστως λόγω κατανάλωσης) που έχει ως αποτέλεσμα ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ 15-15 % με ανάλογη βελτίωση της σχέσης δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ.

Το μέγεθος των διαθέσιμων ενωσιακών πόρων (Ταμείο Ανάκαμψης, ΕΣΠΑ, ΚΑΠ ).

Η προώθηση ορισμένων εμβληματικών επενδύσεων.

Η δυνατότητα χορήγησης επιδοτήσεων για την αντιμετώπιση της έκρηξης των τιμών στην ενέργεια και άρα του ενεργειακού κόστους με άντληση πόρων από τους ειδικούς λογαριασμούς του ενεργειακού τομέα με περιορισμένη δημοσιονομική επιβάρυνση έτσι ώστε να ασκείται μια εθνική παρεμβατική πολιτική εν μέσω ευρωπαϊκής αμηχανίας. Τουλάχιστον έως ότου διαμορφωθεί μια ευρωπαϊκή πολιτική για την περίοδο της ενεργειακής κρίσης που δεν θα είναι παροδική.

Πίσω από αυτά υπάρχει βέβαια:

-η διεύρυνση των ανισοτήτων και του κινδύνου της φτώχειας,
-ο μικρός σχετικά αριθμός των επιχειρήσεων που έχουν πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα με πρακτικό αποκλεισμό των υπολοίπων,
-η αύξηση των επιτοκίων και άρα του κόστους του χρήματος,
-η διατήρηση της απόστασης που χωρίζει τη χώρα από την περιβόητη επενδυτική βαθμίδα,
-η αύξηση των αποδόσεων και του spreads των ελληνικών ομολόγων – όπως και των ομολόγων αρκετών μελών της ευρωζώνης. Αυτό επηρεάζει το εκδοτικό -πρόγραμμα του ΟΔΔΗΧ και την αναχρηματοδότηση του χρέους. Ευτυχώς λειτουργεί ακόμη η ευεργετική επίδραση της αναδιάρθρωσης του χρέους το 2012 που μείωσε δραστικά το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης και το κατέστησε υβριδικό, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει περίοδος χάριτος μέχρι το 2032.

Η ελληνική κοινή γνώμη, όπως δείχνει η μεγάλη έρευνα που θα παρουσιάσει αμέσως μετά ο Στράτος Φαναράς συνομιλώντας με τον Παύλο Τσίμα, προφανώς αγωνιά για την ενεργειακή κρίση, τον πληθωρισμό, την ακρίβεια και τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις επιπτώσεις του, κυρίως τις ασύμμετρες επιπτώσεις των κυρώσεων, αλλά και για την πανδημία, το μεταναστευτικό / προσφυγικό, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις υποκλοπές, την κατάσταση στο ΕΣΥ, το εκπαιδευτικό σύστημα, τη δικαιοσύνη. Η έρευνα θέτει κατά βάθος το ερώτημα αν είναι διαχειρίσιμοι οι φόβοι της ελληνικής κοινωνίας.

Στη δημόσια συζήτηση κυριαρχεί βέβαια το αμιγώς πολιτικό ζήτημα των πιθανών εκλογικών συσχετισμών και της φυσιογνωμίας της κυβέρνησης που θα προκύψει από τις επόμενες ή για την ακρίβεια από τις μεθεπόμενες εκλογές. Από το ερώτημα αν αυτή θα βασίζεται στην εμπιστοσύνη μιας απόλυτης μονοκομματικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αν θα είναι δηλαδή «αυτοδύναμη» ή κυβέρνηση συνεργασίας δυο ή περισσότερων κομμάτων.

Το βασικό αυτό ζητούμενο επηρεάζει σε βάθος το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα. Προϋποθέτει πόλωση, όξυνση, ανάδειξη των «αγεφύρωτων» διαφόρων. Το ζήτημα των πολιτικών που θα μπορέσει ή θα αναγκαστεί να εφαρμόσει επί της ουσίας η επόμενη κυβέρνηση φαίνεται να ενδιαφέρει πολύ λίγο τη δημόσια συζήτηση. Η αναζήτηση συγκλίσεων και συναινέσεων είναι σχεδόν ενοχλητική για τα δυο μεγαλύτερα κόμματα που διεκδικούν την πρώτη θέση: η ΝΔ με τη μορφή της απόλυτης / αυτοδύναμης πλειοψηφίας, ο ΣΥΡΙΖΑ ως κορμός μιας κυβερνητικής συνεργασίας.

Θα συζητήσουμε την πρώτη ημέρα του συνεδρίου την επιδίωξη της αυτοδυναμίας αλλά και το τι μπορεί να συμβεί αν αυτή δεν επιτευχθεί.

Τιμώντας τη μνήμη της αγαπημένης μας Μαρίας Τσάκου θα δούμε τι σημαίνει, υπό τις σημερινές συνθήκες, να είναι κάποιος / κάποια ενεργός πολίτης εκτός κομμάτων. Η μεγάλη πλειοψηφία της κοινής γνώμης δηλώνει ότι δεν ταυτίζεται με τις θέσεις κάποιου κόμματος, εντούτοις το κομματικό σύστημα παρότι είναι στενότερο της κοινωνίας των πολιτών η οποία νιώθει να υποαντιπροσωπεύεται, καλείται να διαχειριστεί το μείζον ζήτημα της κυβέρνησης και της κυβερνησιμότητας της χώρας.

Συναινέσεις δεν αναζητούνται ούτε καν στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας ενώ η επίτευξή τους είναι πρακτικά εύκολη ή πάντως εφικτή. Άλλωστε το κεκτημένο της Μεταπολίτευσης στο πεδίο αυτό περιλαμβάνει κατά βάθος την ενιαία γραμμή Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ανδρέα Παπανδρέου για τη θέση της Ελλάδας στη Δύση και ειδικότερα στην ΕΕ, την εταιρική συνεργασία με τις ΗΠΑ, το πλαίσιο των Ελληνοτουρκικών σχέσεων και το πλαίσιο του κυπριακού.

Το τελευταίο εξάμηνο – οκτάμηνο της τρέχουσας βουλευτικής περιόδου υπό συνθήκες ενεργειακής κρίσης που επιβάλλει την εφαρμογή επιδοματικών πολιτικών για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, δεν προσφέρεται για ασκήσεις δημοσιονομικής αυτοσυγκράτησης και επίγνωσης. Αντιθέτως ωθεί σε ανταγωνισμό υποσχέσεων με υψηλό δημοσιονομικό κόστος. Ο ορίζοντας της συζήτησης κλείνει την ημέρα του σχηματισμού της μετεκλογικής κυβέρνησης. Δεν λαμβάνονται υπόψη προβλήματα που η δυναμική τους υπερβαίνει τον εκλογικό κύκλο.

Η δημοσιονομική επίγνωση είναι όμως αναγκαία με την έννοια της δημοσιονομικής διορατικότητας προκειμένου να διαφυλαχθεί μεσοπρόθεσμα η εθνική ισχύς και η πραγματικά ισότιμη θέση της χώρας στην ΕΕ και την ευρωζώνη. Η γερμανογαλλική δήλωση της Ντοβίλ του φθινοπώρου του 2010 ελπίζω να λειτουργεί ως παράδειγμα προς αποφυγή για τους εταίρους μας. Εμάς όμως πρέπει να μας κάνει διαρκώς καχύποπτους και εντέλει προβλεπτικούς.

Το επεισόδιο των υποκλοπών αντιμετωπίζεται «αστυνομικά». Η διερεύνηση των περιστατικών έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτή όμως πρέπει να ανάγεται σε μια συστηματική θεώρηση της ποιότητας της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου στην Ελλάδα. Αυτή περιλαμβάνει την ανάδειξη της πραγματικής κατάστασης στη δικαιοσύνη, τη διαφύλαξη της αποτελεσματικότητας των ανεξάρτητων αρχών, τον σεβασμό του ελεγκτικού ρόλου της Βουλής ιδίως σε σχέση με τις υπηρεσίες πληροφοριών, την ποιότητα και την πολυφωνία της ενημέρωσης, την ενίσχυση του αισθήματος αξιοπρέπειας και ασφάλειας αλλά και ελευθερίας και ιδιωτικότητας του πολίτη

Θα δούμε σήμερα αν η συζήτηση για την ποιότητα του κράτους δικαίου και των δημοκρατικών θεσμών στην ΕΕ έχει πρακτική σημασία για τη χώρα μας.

Το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα επιμερίζεται σε μια συνεχή αλυσίδα χερσαίων και θαλάσσιων επεισοδίων που συνήθως υποτάσσονται στην καμπύλη των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, στη λογική της απόκρουσης υβριδικών επιθέσεων. Αυτό είναι εύλογο καθώς συνδέεται με την προστασία των συνόρων, αλλά δεν συνιστά από μόνο του μια συνολική μακροπρόθεσμη πολιτική ενόψει αναμενόμενων εξελίξεων στην Αφρική και την Ασία που θα τροφοδοτήσουν μεταναστευτικές ροές.

Η ενεργειακή κρίση αντιμετωπίζεται ως ζήτημα κυρίως χρηματοοικονομικό και δευτερευόντως δημοσιονομικό, χωρίς να συνδέεται με το ζήτημα των ορυκτών πόρων και άρα της οριοθέτησης της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας και του συνολικού ενεργειακού τοπίου της Ανατολικής Μεσογείου. Η ενεργειακή κρίση ανοίγει, εις βάρος της αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης, ένα νέο παράθυρο ευκαιρίας για την αξιοποίηση χερσαίων και υποθαλάσσιων κοιτασμάτων ορυκτών καυσίμων στην περιοχή μας. Αυτό όμως επιβάλλει ουσιαστικές, γρήγορες και αποτελεσματικές κινήσεις. Τα νέα δεδομένα που έχει δημιουργήσει η απόφαση για ταχεία απεξάρτηση της ΕΕ από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα δεν συνδέονται – προς το παρόν τουλάχιστον – με τη συζήτηση για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το κυπριακό από την οπτική γωνία της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών και της αξιοποίησης των ορυκτών πόρων.

Η πορεία προς τις προεδρικές εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία, απασχολεί ελάχιστα την ελληνική δημόσια συζήτηση και πάντως όχι με αναγωγή στην ανάγκη να υπάρχει μια σαφής εθνική στρατηγική για το Κυπριακό.

Θα συζητήσουμε την πρώτη ημέρα το πώς τίθεται το ζήτημα της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ μετά την έκρηξη του πολέμου στην Ουκρανία, τη σχέση εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων και εξωτερικής πολιτικής στις ΗΠΑ και τα συμφραζόμενα στα οποία τοποθετούνται πλέον οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και το κυπριακό.

Θα συζητήσουμε τη δεύτερη ημέρα για τις παραμέτρους και τη δυναμική της ενεργειακής κρίσης.

Θα θέσουμε επίσης ευθέως το ερώτημα αν η δημοσιονομική επίγνωση για την οποία έφτυσε αίμα η χώρα μια ολόκληρη δεκαετία εξακολουθεί να έχει σημασία.

Στο πλαίσιο αυτό θα προσπαθήσουμε να τοποθετήσουμε τη συζήτηση για ένα σύγχρονο αναπτυξιακό κοινωνικό κράτος που μπορεί να διασφαλίσει την κοινωνική συνοχή χωρίς να λειτουργεί ως βραδυφλεγής δημοσιονομική βόμβα.

Θα θέσουμε το δάκτυλο στον τύπο των ήλων της μακροοικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής.

Θα δούμε αν διατηρεί κάτι από τη δυναμική της η έννοια των μεταρρυθμίσεων και πώς βλέπουν πολύ σημαντικοί άνθρωποι της πραγματικής οικονομίας την κατάσταση και την προοπτική της.

Στην καταληκτική συζήτηση θα δούμε αν μπορεί η Ελλάδα να έχει ένα σαφές στρατηγικό πρόταγμα με ορίζοντα το 2050. Μία άσκηση μελλοντολογικής προβολής μήκους μόλις 27 ετών.

Αυτό είναι το αντικείμενο και η φιλοδοξία του έκτου αυτού συνεδρίου του Κύκλου Ιδεών με τον γενικό τίτλο «η Ελλάδα Μετά». Έχουμε πάντα το βλέμμα στραμμένο στην «Ελλάδα Μετά» και για τον λόγο αυτό θυμόμαστε πάντα την «Ελλάδα πριν» και προσπαθούμε να κατανοήσουμε την «Ελλάδα τώρα» μέσα στα ευρωπαϊκά και τα διεθνή συμφραζόμενα. Το «Μετά» μετατίθεται διαρκώς παραμένοντας σταθερά απαιτητικό .

Ευχαριστώ θερμά:

Τους περίπου εκατό φετινούς ομιλητές / ομιλήτριες και συντονιστές / συντονίστριες που συνθέτουν την εικόνα του συνεδρίου.

Τον Συμεών Τσομώκο και την εταιρεία του για τη συνεχή βοήθεια.

Τους χορηγούς του συνεδρίου για την ευγενική τους χειρονομία.

Την wave του Χαράλαμπου Λιόντη και τον Χρίστο Σιμάτο.

Την ομάδα του Κύκλου Ιδεών και κυρίως τη Γενική Γραμματέα και συντονίστρια της προετοιμασίας του συνεδρίου Αφροδίτη Αλ Σάλεχ.

Εσάς που μπήκατε στον κόπο και μας δίνετε τη χαρά να βρίσκεστε κοντά μας και όσες / όσους μας παρακολουθούν διαδικτυακά».

(Visited 1 times, 1 visits today)
By