Γράφει ο Αλέξανδρος Βαρελάς
Η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχεται να μας εξοικονομήσει χρόνο. Το μεγάλο κοινωνικό ερώτημα είναι αν αυτός ο χρόνος θα επιστρέψει σε εμάς ή θα γεμίσει με περισσότερη δουλειά.
Φανταστείτε έναν εργαζόμενο που χρειαζόταν μία ώρα για να ολοκληρώσει μια εργασία. Με ένα εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης, την τελειώνει σε σαράντα λεπτά.
Τι συμβαίνει στα είκοσι λεπτά που περισσεύουν;
Μπορεί να φύγει νωρίτερα. Να αφιερώσει περισσότερο χρόνο σε μια δύσκολη απόφαση. Να εξυπηρετήσει καλύτερα έναν πελάτη. Μπορεί, όμως, απλώς να λάβει την επόμενη εργασία είκοσι λεπτά νωρίτερα.
Σε αυτή τη μικρή διαφορά κρύβεται μια μεγάλη συζήτηση για την οικονομία που χτίζουμε.
Τα εγκαίνια του εθνικού υπερυπολογιστή «Δαίδαλος» στο Λαύριο, στις 19 Οκτωβρίου, έφεραν ξανά στο προσκήνιο τις δυνατότητες της Ελλάδας στην έρευνα και στην τεχνητή νοημοσύνη. Η επένδυση στην υπολογιστική υποδομή ανοίγει έναν δρόμο. Ο τρόπος με τον οποίο θα χρησιμοποιήσουμε τις δυνατότητές της θα καθορίσει πού οδηγεί.
Αξίζει, λοιπόν, δίπλα στις συζητήσεις για ισχύ, επενδύσεις και ανταγωνιστικότητα, να τοποθετήσουμε ένα ανθρώπινο μέτρο: πόσο χρόνο επιστρέφει η τεχνολογία σε εκείνον που τη χρησιμοποιεί;
Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη.
Ένα σύστημα που συντάσσει γρηγορότερα ένα έγγραφο μπορεί να περιορίσει μια κουραστική διαδικασία. Αν όμως αυξηθεί αναλόγως ο αριθμός των εγγράφων που απαιτούνται, ο εργαζόμενος θα συνεχίσει να τελειώνει την ημέρα του εξαντλημένος. Θα έχει αυξηθεί η παραγωγή, χωρίς να έχει ελαφρύνει η ζωή του.
Το ίδιο μπορεί να συμβεί στον καταναλωτή. Μια εφαρμογή μπορεί να ολοκληρώνει μια συναλλαγή σε δευτερόλεπτα, αλλά να απαιτεί διαρκώς την προσοχή του με ειδοποιήσεις, υπενθυμίσεις και προσφορές. Το μεμονωμένο βήμα γίνεται ευκολότερο, ενώ η συνολική καθημερινότητα αποκτά περισσότερες απαιτήσεις.
Η ευκολία χρειάζεται να κρίνεται σε ολόκληρη τη διαδρομή.
Σκεφτείτε έναν γονιό που προσπαθεί να συντονίσει δουλειά, σχολείο, ψώνια και ένα ιατρικό ραντεβού. Η ουσιαστική βελτίωση θα ήταν να τελειώσει η ημέρα του με λιγότερες εκκρεμότητες και λίγη ενέργεια για το παιδί του. Αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που δύσκολα χωρά σε μια παρουσίαση προϊόντος, αλλά το καταλαβαίνει αμέσως όποιος το έχει ανάγκη.
Για τις επιχειρήσεις, εδώ υπάρχει ένα απαιτητικό κριτήριο καινοτομίας. Πόσα βήματα καταργεί μια υπηρεσία; Πόσες φορές χρειάζεται ο πελάτης να επαναλάβει τα ίδια στοιχεία; Πόση αβεβαιότητα του αφαιρεί; Μπορεί να εμπιστευτεί ότι μια δουλειά θα ολοκληρωθεί χωρίς να την παρακολουθεί διαρκώς;
Η ανάθεση χωρίς εμπιστοσύνη αφήνει τον άνθρωπο δεμένο στην εκκρεμότητα. Έχει πληρώσει για μια υπηρεσία, αλλά εξακολουθεί να τη διαχειρίζεται.
Αντίστοιχα, στον δημόσιο τομέα, μια ψηφιακή διαδικασία πρέπει να αξιολογείται και από τις ώρες που εξοικονομεί στον πολίτη. Η ηλεκτρονική υποβολή είναι ένα βήμα. Η ολοκλήρωση της υπόθεσης χωρίς τηλεφωνήματα, επανυποβολές και μετακινήσεις είναι το αποτέλεσμα που έχει αξία.
Αυτή η οπτική αλλάζει και τη συζήτηση για την παραγωγικότητα. Η μεγαλύτερη ταχύτητα δημιουργεί επιλογές. Μπορεί να στηρίξει καλύτερες αμοιβές, καλύτερες υπηρεσίες, περισσότερο ελεύθερο χρόνο ή μεγαλύτερο όγκο εργασίας. Η τεχνολογία επιτρέπει αυτές τις επιλογές. Οι διοικήσεις, οι θεσμοί και οι συμφωνίες στην εργασία αποφασίζουν πώς θα μοιραστεί το όφελος.
Γι’ αυτό χρειάζεται να μιλάμε συγκεκριμένα για τον χρόνο που κερδίζεται. Να ξέρουμε ποιος τον εξοικονομεί, ποιος τον αξιοποιεί και ποιος αμείβεται γι’ αυτόν.
Στο τέλος μιας ημέρας, η πρόοδος μπορεί να έχει μια πολύ απλή μορφή: ένας άνθρωπος κλείνει τον υπολογιστή του, επιστρέφει σπίτι και έχει ακόμη διάθεση να μιλήσει με τους δικούς του.
Η μηχανή έκανε τη δουλειά γρηγορότερα. Εκείνος πρόλαβε να ζήσει λίγο περισσότερο.
