Κυριακή, 17 Οκτωβρίου, 2021

Η συγχώνευση ύψους 62 δισ. δολαρίων που τρομοκρατεί τους αγρότες παγκοσμίως

Δυο κολοσσοί στον τομέα της φαρμακοβιομηχανίας και της καλλιέργειας, Bayer και Monsanto ενώνουν τις δυνάμεις τους.

Η συγχώνευση της Bayer με τη Monsanto γίνεται σταδιακά πραγματικότητα, καθώς τη Δευτέρα το Αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης ενέκρινε την προσφορά της γερμανικής φαρμακευτικής για να αγοράσει τον αμερικανικό κολοσσό στον χώρο της καλλιέργειας για πάνω από 60 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal. Σε αντάλλαγμα, οι εταιρείες συμφώνησαν να πωλήσουν επιπλέον περιουσιακά στοιχεία για να εξασφαλίσουν την έγκριση του τομέα της κυβέρνησης κατά του μονοπωλίου.

Οι δυο εταιρείες είχαν ανακοινώσει την πιθανή συμφωνία το Σεπτέμβριο του 2016, λέγοντας ότι η εν λόγω κίνηση θα ενίσχυε την έρευνα στον τομέα της γεωργίας και την καινοτομία. Παρατηρώντας τις αλλαγές στις κλιματικές συνθήκες, με τον συνεχή περιορισμό καλλιεργήσιμων εκτάσεων και την ταυτόχρονη αύξηση στη ζήτηση, υπάρχει η ανάγκη για αύξηση της παραγωγής. Σύμφωνα με τον υπεύθυνο τεχνολογίας της Monsanto, Robb Fraley, η συνένωση των δύο εταιριών θα δώσει την απαραίτητη ώθηση για την ενίσχυση της έρευνας και της παραγωγής.

Με τη συγχώνευσή τους, οι εταιρείες θα κατέχουν πλέον περισσότερο από το ένα τέταρτο της παγκόσμιας αγοράς σπόρων και φυτοφαρμάκων. Αυτό είναι κάτι που προκάλεσε διαμαρτυρίες από την πλευρά περιβαλλοντικών και αγροτικών οργανώσεων που ανησυχούν για την υπέρμετρη δύναμη που συγκεντρώνουν οι δυο εταιρείες.

Σύμφωνα με ένα σημαντικό ποσοστό των αγροτών, αυτού του τύπου οι συγχωνεύσεις εταιρειών μοιάζει να έχει σαν μοναδικό στόχο την έκλειψη του ανταγωνισμού. Μέσω των ολοένα και πιο συχνών συνενώσεων (Dow-DuPont και Syngenta-ChemChina για να ονομάσουμε μερικές) οι εταιρείες καταλαμβάνουν όλο και πιο μεγάλο τμήμα της αγοράς, χωρίς να χρειάζεται να παρέχουν στους καταναλωτές καινοτόμα ή πιο ανταγωνιστικά προϊόντα. Πρόκειται, επομένως, για μια τάση που δε φαίνεται να υποχωρεί, αλλά μάλλον να είναι όλο και πιο συνήθης. Από την πλευρά της, η εταιρεία σημείωσε πως αυτή η πεποίθηση των αγροτών δεν είναι αληθής, καθώς ο ανταγωνισμός οδηγεί τις εταιρείες να υιοθετούν ανταγωνιστικές τιμές και να στοχεύουν σε όλο και πιο καινοτόμα προϊόντα.

Οι αγορές, παρά τον σκεπτικισμό που προέκυψε από τα νέα της συγχώνευσης, φαίνεται να ανταποκρίνονται θετικά με μία αύξηση της τάξεως του 5% στη μετοχή της Bayer και 6,2%στη μετοχή της Monsanto, μετά την ανακοίνωση του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης ότι θα επιτραπεί η συμφωνία των 62.5 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Τα τελευταία χρόνια η Monsanto έχει αποτελέσει την ενσάρκωση ενός εταιρικού «κακού» με γενετικά τροποποιημένα προϊόντα, παγκόσμιες διαμαρτυρίες και επιθέσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις. Υπάρχει μέχρι και hashtag που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και είναι ενδεικτικής της αντίληψης του κόσμου για την εταιρεία, το #monsantoevil.

Ένα από τα πρώτα αποτελέσματα που βρίσκει κανείς στο Google σχετικά με την Monsanto, πέρα από την είδηση της συγχώνευσής της με τη Γερμανική Bayer, αναφέρεται στον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα της. Ιδρυμένη το Σεπτέμβριο του 1901 από τον John Francis Queeny στο Missouri των Ηνωμένων Πολιτειών, η «παλιά» Monsanto συγχωνεύτηκε το 1999 με τη Pharmacia & Upjohn δημιουργώντας τη «νέα». Η εταιρεία σταδιακά εξαγοράζει άλλες ανταγωνιστικές, σε τομείς που ποικίλουν από εταιρείες παραγωγής δελτίων καιρού για αγρότες, μέχρι εταιρείες που επικεντρώνονται στον τομέα της αγροβιοτεχνολογίας.

Αντιδράσεις σχετικά με τις τακτικές που ακολουθούσε η εταιρεία ξεκίνησαν ήδη από τη δεκαετία του ’90. Συγκεκριμένα, η Βραζιλία, η δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγός γενετικά τροποποιημένης σόγιας, κατέληξε σε μια εκτεταμένη αποδάσωση και τον εκτοπισμό μικροαγροτών. Στην Ινδία η αρχή του 2000 σημαδεύτηκε από τις αυτοκτονίες χρεωμένων αγροτών, μετά από αποτυχημένες καλλιέργειες γενετικά τροποποιημένου βαμβακιού.

Οι αρχές δεν θεώρησαν ότι οι αυτοκτονίες προκλήθηκαν εξ ολοκλήρου εξαιτίας της χρήσης του εν λόγω σπόρου, αλλά οφείλονταν και στις γενικότερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, ακτιβιστές κατηγόρησαν την εταιρεία ότι παραπλάνησε τους αγρότες, τονίζοντας τα θετικά των σπόρων ενώ τους οδήγησαν σε χρεωκοπία, χρεώνοντάς τους αντί για 7 ρουπίες (rupees) ανά κιλό, 17,000 ανά κιλό ανά χρόνο για γενετικά τροποποιημένο βαμβάκι.

Το 2016, η εταιρεία ενεπλάκη και σε αγωγές, καθώς κατηγορήθηκε ότι τα προϊόντα της μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση καρκίνου, λόγω του συστατικού glyphosate. Χρησιμοποιώντας email που δημοσιεύτηκαν τον Αύγουστο του 2017, οι δικηγόροι των εναγόντων δήλωσαν ότι οι επιστήμονες της Monsanto συμμετείχαν σε μεγάλο βαθμό στην οργάνωση, την αναθεώρηση και την επεξεργασία των προσχέδιων που υποβλήθηκαν από τους εξωτερικούς εμπειρογνώμονες . Ένας εκπρόσωπος της Monsanto απάντησε ότι η εταιρεία είχε παράσχει μόνο αισθητικές αλλαγές σε αυτά.

Μάλιστα, αποκορύφωμα της αντίδρασης στην εταιρεία αποτέλεσε μια παγκόσμια διαμαρτυρία κατά της Monsanto και των γενετικά τροποποιημένων προϊόντων που πραγματοποιήθηκε το 2013, όπου συμμετείχαν 436 πόλεις και 52 χώρες.

Πολλά από τα παραπάνω σκάνδαλα, όπως και άλλα που μπορεί να βρει κανείς στο διαδίκτυο, βασίζονται στην αβεβαιότητα και την άγνοια των ανθρώπων για το μέλλον των τροφίμων και την επίπτωσή τους στην υγεία των καταναλωτών. Ακόμα και όταν επιστήμονες δηλώνουν στους New York Times και άλλα μέσα ότι η τεχνολογία δεν έχει αποδειχθεί ότι βλάπτει τον άνθρωπο, είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς την αντίληψη ότι αυτά τα είδη καλλιεργειών είναι πολύ καινούρια για να ελεγχθούν σωστά…

(Visited 1 times, 1 visits today)
By