Σάββατο, 20 Ιουνίου, 2026

Καύσιμα: Άλμα 20% από τον πόλεμο ΗΠΑ – Ιράν, το “σκληρό μάθημα” για την ΕΕ

Σημαντικές αυξήσεις στην εγχώρια λιανική καυσίμων, οι οποίες ωστόσο θα μπορούσαν κάλλιστα να κινούνται σε υψηλότερα επίπεδα, έχει προκαλέσει έως τώρα η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή. Ενδεικτική είναι η σύγκριση των τιμών στα τέλη Μαΐου με αυτές έναν ακριβώς χρόνο νωρίτερα, η οποία σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου δείχνει ότι η βενζίνη είναι αυξημένη κατά 21% και το ντίζελ κίνησης κατά 20%.

Παρότι οι ανατιμήσεις είναι σημαντικές, παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τις μεταβολές που καταγράφηκαν στο επίπεδο των διυλιστηριακών τιμών. Ειδικότερα, στην αμόλυβδη η τιμή διυλιστηρίου ενισχύθηκε κατά 49%, ενώ στο ντίζελ η αύξηση έφθασε το 37%, καθώς η συγκεκριμένη «συνιστώσα» του τελικού κόστους είναι αυτή που επηρεάζεται από την τιμή του αργού.

Το γεγονός ότι η τελική επιβάρυνση για τον καταναλωτή ήταν μικρότερη αποδίδεται κατ΄ αρχάς στο πλαφόν στα περιθώρια κέρδους, που εξακολουθεί να εφαρμόζεται στην αλυσίδα εμπορίας καυσίμων. Επίσης, στο ντίζελ κίνησης σημαντικό ρόλο έχει παίξει επίσης η οριζόντια επιδότηση, η οποία έχει επεκταθεί και τον Ιούνιο, αγγίζοντας τα 12 λεπτά ανά λίτρο.

Διαχειρίσιμες επιπτώσεις

Τα παραπάνω δείχνουν πως ο πόλεμος έχει αφήσει μέχρι στιγμής ένα μετρήσιμο αλλά διαχειρίσιμο αποτύπωμα στις τιμές καυσίμων στην Ελλάδα. Οι οδηγοί είδαν το κόστος μετακίνησης να αυξάνεται, ενώ οι επιχειρήσεις επιβαρύνθηκαν με υψηλότερες δαπάνες. Ωστόσο, η απουσία πραγματικών προβλημάτων εφοδιασμού και η σταδιακή αποκλιμάκωση των ανησυχιών δείχνουν ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, η κρίση λειτούργησε περισσότερο ως παράγοντας αύξησης της αβεβαιότητας παρά ως αιτία ενός νέου ενεργειακού σοκ.

Την ίδια στιγμή, η ελληνική αγορά απέδειξε για ακόμη μία φορά την ανθεκτικότητά της απέναντι σε διεθνείς αναταράξεις. Ο λόγος είναι πως, χάρις στη Helleniq Energy και τη Motor Oil, η χώρα μας διαθέτει από τις πλέον σύνθετες εγκατάστασης διύλισης στην Ευρώπη, με συνολική δυναμικότητα σχεδόν 600.000 βαρελιών ημερησίως, γεγονός που επιτρέπει την ομαλή τροφοδοσία της αγοράς ακόμη και σε περιόδους αυξημένης μεταβλητότητας.

Μάλιστα, καθώς και οι δύο ελληνικοί Όμιλοι, είναι καθαρά εξαγωγικοί, η παραγωγή τους συνέβαλε στο να στηριχθεί η διαθεσιμότητα καυσίμου και στην ευρύτερη περιοχή. Είναι ενδεικτικό ότι, μέσω του αγωγού Θεσσαλονίκη – Σκόπια, η Helleniq Energy εφοδιάζει τη Βόρεια Μακεδονία με 250.000 τόνους ντίζελ. Ωστόσο, με την έναρξη της κρίσης στον Περσικό Κόλπο, οι βαλκανικές χώρες δέχθηκαν μία ακόμη πίεση στη διαθεσιμότητα καυσίμων, με δεδομένο ότι οι μονάδες διύλισης σε αυτές ήταν ρωσικής ιδιοκτησίας και, επομένως, η λειτουργία τους έχει διαταραχθεί από τις ευρωπαϊκές κυρώσεις εναντίον της Μόσχας.

Ως συνέπεια, η Helleniq Energy χρειάστηκε να διπλασιάσει τις εξαγωγές της προς τη γειτονική χώρα. Επομένως, μεταφέρει επιπλέον 250.000 τόνους ντίζελ, αυτή τη φορά με βυτία.

Στις προτεραιότητες η ασφάλεια τροφοδοσίας
Σύμφωνα με τα στελέχη των ελληνικών διυλιστηρίων, η κρίση στον Περσικό Κόλπο αποτελεί ένα δεύτερο «σκληρό μάθημα» για την ΕΕ, υπενθυμίζοντας στην Κομισιόν και τα κράτη-μέλη πως κατά τη χάραξη των ενεργειακών στρατηγικών, θα πρέπει η ασφάλεια τροφοδοσίας να μην λείπει από τις βασικές προτεραιότητες.

Σημειώνουν πως το πρώτο μάθημα δόθηκε με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, όταν η Ευρώπη συνειδητοποίησε το ρίσκο που ενέχει η εξάρτηση από έναν ενεργειακό προμηθευτή. Ενδεικτικό της εξάρτησης από τις ρωσικές εισαγωγές στο αέριο -που «άγγιζε» τόσο την ΕΕ στο σύνολό της, όσο και κράτη όπως η Γερμανία- είναι ότι την εποχή εκείνη είχαν πρόβλημα λειτουργίας μέχρι και τα γερμανικά διυλιστήρια, καθώς κατανάλωναν φυσικό αέριο και όχι υγρά καύσιμα.

Αν ο πόλεμος στην Ουκρανία «δίδαξε» στην ΕΕ την αξία που έχει η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας αερίου, η νέα γεωπολιτική κρίση υπενθύμισε ότι η Ευρώπη είναι ευάλωτη και στις διαταραχές εισαγωγής πετρελαίου. Κι αυτό γιατί ο «μαύρος χρυσός» έχει σημαντικό μερίδιο στο ενεργειακό μίγμα -το 2024, το 38% του ενεργειακού μίγματος της ΕΕ αποτελούταν από πετρελαιοειδή- την ώρα που η εγχώρια παραγωγή είναι πλέον αμελητέα.

Απόδειξη το γεγονός ότι το 97% του πετρελαίου που χρησιμοποιείται στην ΕΕ προέρχεται από εισαγωγές. Επομένως, παρά τη διακηρυγμένη «πράσινη» πολιτική της Ευρώπης, είναι εξαιρετικά κρίσιμο να συνεχιστούν οι έρευνες για την εγχώρια παραγωγή υδρογονανθράκων, ώστε να θωρακιστεί η επάρκεια εφοδιασμού.

Για τον ίδιο λόγο, η ΕΕ θα πρέπει να διασφαλίσει επαρκή δυναμικότητα διύλισης «εντός των τειχών της». Επομένως, θα πρέπει οι στόχοι που θέτει για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα αυτών των εγκαταστάσεων να μην θέτουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά τους. Κάτι που δεν ίσχυσε τα προηγούμενα χρόνια, αν ληφθεί υπόψη πως δεν έλειψαν τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια που χρειάστηκε να «βάλουν λουκέτο» ή να μεταφερθούν εκτός Ευρώπης.

By