Δευτέρα, 4 Ιουλίου, 2022

Μπορεί να επιβιώσει το ευρώ εάν πέσει κάτω από το 1 δολάριο;

Του Marcus Ashworth

Το ευρώ δεν ήταν ποτέ τόσο φθηνό έναντι του δολαρίου εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, μπορεί όμως να γίνει ακόμα φθηνότερο. Ο κίνδυνος ξαφνικής διακοπής της παροχής ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου, ο οποίος απειλεί να βυθίσει την ευρωπαϊκή ήπειρο σε απότομη ύφεση, είναι πολύ αστάθμητος για τους επενδυτές ώστε εκείνοι να στοιχηματίσουν με σιγουριά σε μια ανάκαμψή του σε σύντομο χρόνο.

Διαφορές

Τα καλά νέα, όμως, είναι ότι αυτή τη φορά τα πράγματα είναι ουσιαστικά διαφορετικά. Όταν το ευρώ διαπραγματευόταν σε τιμή μικρότερη του ενός δολαρίου στις αρχές του αιώνα, ήταν σε μεγάλο βαθμό κυρίως λόγω του υπαρξιακού κινδύνου ότι το σχέδιο του νέου, κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος μπορούσε πράγματι να καταρρεύσει.

Στη συνέχεια, 10 χρόνια αργότερα, η κρίση της ευρωζώνης, ανέδειξε θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των χωρών του πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης και των περιφερειακών χωρών οι οποίες «ζόριζαν» την ένωση.

Σήμερα, ωστόσο, η ευρωζώνη αντιμετωπίζει από κοινού μια εξωτερική απειλή και, ενώ ο εισαγόμενος πληθωρισμός σε αυτήν την κλίμακα δημιουργεί οικονομικό πόνο, πρόκειται για ένα συλλογικό πρόβλημα. Η τελική επίλυση του θα είναι επίσης κοινή.

Σύμφωνα με τον Kit Juckes, υπεύθυνο στρατηγικής νομισμάτων στη Societe Generale, η τιμή του κοινού νομίσματος είναι υποτιμημένη σε σχέση με την πραγματική του αξία σε όλα τα επίπεδα. Για παράδειγμα, επισημαίνει το μέτρο της ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο εκτιμά την εύλογη αξία του κοινού νομίσματος σε 1,45 δολ. ανά ευρώ, πολύ μακριά από την τρέχουσα ισοτιμία στην αγορά, η οποία είναι περίπου 1 ευρώ προς 1,04 δολ. Και, για να χρησιμοποιήσουμε και λίγα λόγια του John Maynard Keynes, τα νομίσματα μπορεί να παραμένουν παράλογα υπερτιμημένα ή υποτιμημένα για παρατεταμένες περιόδους, πέρα ​​και πάνω από τη φερεγγυότητα των περισσότερων επενδυτών σε αυτά.

Η ισχύς του δολαρίου

Υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι για τους οποίους το δολάριο είναι τόσο ισχυρό επί του παρόντος – πέρα από το στάτους του ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα – και επομένως γιατί τα υπόλοιπα νομίσματα του κόσμου – αλλά ιδιαίτερα το ευρώ – είναι τόσο αδύναμα.

Πρώτον, η γεωγραφική εγγύτητα του πολέμου στην Ουκρανία με τη ζώνη του ευρώ.

Δεύτερον, η σύγκριση των προσδοκιών για την ανάπτυξη: μια «ζεστή» αμερικανική οικονομία έχει ανακάμψει από την πανδημία πολύ πιο γρήγορα και αναμένεται να αναπτύσσεται ταχύτερα σε σχέση με εκείνη της ευρωζώνης.

Τέλος, υπάρχουν διαφορές ως προς τα επιτόκια, με την ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve) να κινείται πολύ πιο γρήγορα και αποφασιστικά, με αύξηση επιτοκίων αθροιστικά κατά 75 μονάδες βάσης (και ξεκινώντας έτσι κι αλλιώς από υψηλότερη βάση), ενώ και η πορεία την οποία έχει προδιαγράψει για τις μελλοντικές αυξήσεις της είναι πιο επιθετική.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξακολουθεί να διστάζει ως προς το εάν θα αυξήσει επιτέλους το επιτόκιο καταθέσεων κατά 50 μονάδες βάσης πριν από το καλοκαιρινό «διάλειμμα». Εξακολουθεί επίσης να αγοράζει ομόλογα, προσθέτοντας βάρος στο ήδη τεράστιο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσής της.

Ο «δεσμός» με τη βρετανική λίρα

Οι οικονομικοί παράγοντες επιδεινώνονται από τον φόβο των μετασεισμών από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Το ιαπωνικό γιεν και το ελβετικό φράγκο, τα οποία συχνά θεωρούνται καταφύγια σε περιόδους ταραχών, είναι επίσης πολύ φθηνά σε σχέση με το δολάριο, ωστόσο είναι η βρετανική λίρα με την οποία το ευρώ είναι ως επί το πλείστον «δεμένο» ως προς την πορεία.

Μέχρι την πρόσφατη διατύπωση της πρόβλεψης από πλευράς της κεντρικής τράπεζας του Ηνωμένου Βασιλείου (Bank of England) για πιθανή ύφεση της οικονομίας του Η.Β. το επόμενο έτος, η λίρα έχανε σταθερά έδαφος σε σχέση με το δολάριο με ρυθμό παρόμοιο με το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα.

Εάν ακολουθήσει ξανά απότομη πτώση της κάτω από το επίπεδο του 1 λίρα προς 1,20 δολ, είναι δύσκολο να μην τη δούμε να παρασύρει μαζί της και το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Ομοίως, εάν ο ρωσικός ενεργειακός εφοδιασμός προς την Ευρώπη τερματιστεί χωρίς προειδοποίηση, το ευρώ μπορεί να πέσει γρήγορα κάτω από την ισοτιμία 1 ευρώ προς 1 δολάριο και από μόνο του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι, όταν και εάν επιλυθεί αυτή η κατάσταση, το ευρώ θα παραμείνει μόνιμα υποτιμημένο. Ο μέσος όρος της πενταετίας στο 1 ευρώ προς 1,15 δολ. είναι πιθανώς εκεί που βρίσκεται η εύλογη αξία του. Μια σύντομη περίοδος διαπραγμάτευσης κάτω από την ισοτιμία 1 προς 1 δεν θα βλάψει αδικαιολόγητα την οικονομία της ευρωζώνης και ο εξαγωγικός τομέας της θα ωφεληθεί, εκτός εάν η παγκόσμια ζήτηση «γκρεμιστεί».

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ο εντυπωσιακός συντονισμός της δημοσιονομικής τόνωσης της ΕΕ με τις νομισματικές προσπάθειες της ΕΚΤ προσέφερε τη ρεαλιστική υπόσχεση ότι όλοι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα συνεργάζονταν για να αντιμετωπίσουν την οικονομική ζημιά από την κρίση.

Η παντοδυναμία του δολαρίου δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα, αν και μια υποαπόδοση του αμερικανικού νομίσματος πιθανότατα δεν θα παρατηρηθεί ξανά έως ότου η Fed τσακίσει κάπως τη ράχη της αγοράς εργασίας στις ΗΠΑ – τα ολοένα υψηλότερα επιτόκια οδηγούν σε καταστροφή της ζήτησης.

Μέχρι να αλλάξουν οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας, το ευρώ θα βρίσκεται σε δύσκολη θέση, ωστόσο λογικά θα ανακάμψει άθικτο, αν και λίγο ταλαιπωρημένο.

(Visited 1 times, 1 visits today)
By