Οι νομικές υπηρεσίες αλλάζουν πιο γρήγορα από όσο πίστευε ακόμη και ο πιο αισιόδοξος θιασώτης της τεχνολογίας ή ο πιο αγχωμένος δικηγόρος. Μέχρι πρόσφατα, η τεχνητή νοημοσύνη στη δικηγορία παρουσιαζόταν κυρίως ως εργαλείο υποστήριξης, κυρίως για έρευνα νομολογίας, σύνταξη υποδειγμάτων, οργάνωση εγγράφων ή διαχείριση φακέλων.
Πλέον, όμως, ειδικά στο εξωτερικό, η συζήτηση γίνεται πιο ριζοσπαστική και πάμε σε επίπεδο παροχής νομικών υπηρεσιών. Όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται, πλέον είναι πραγματικότητα.
Στην Αγγλία, η Garfield AI αδειοδοτήθηκε πριν λίγους μήνες από τη Solicitors Regulation Authority, την εποπτική αρχή των δικηγόρων, ως η πρώτη αμιγώς AI-based ρυθμιζόμενη δικηγορική εταιρεία για παροχή νομικών υπηρεσιών μέσω τεχνητής νοημοσύνης. Λίγους μήνες αργότερα, η εταιρεία κέρδισε και την πρώτη της υπόθεση σε δικαστήριο, προκαλώντας σοκ αλλά και αισθήματα θαυμασμού στον χώρο, αφού με κόστος μόλις 400 λίρες ο αλγόριθμος ανέλαβε επιτυχώς μια υπόθεση από την αρχή μέχρι το τέλος.
Και κάπου εδώ το ερώτημα είναι: Μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο και στην Ελλάδα;
Η ιστορία πίσω από την πρώτη AI δικηγορική εταιρεία
Η Garfield AI παρουσιάζει τον εαυτό της ως μια προσιτή γέφυρα για την απόδοση δικαιοσύνης. Προφανώς, αυτή τη στιγμή δεν μπορεί (και ούτε ενδιαφέρεται) να υποστηρίξει μεγάλες εταιρικές συναλλαγές ή σύνθετες εμπορικές διαφορές. Διότι στόχος της είναι να λύσει ένα τεράστιο πρακτικό πρόβλημα, με τις μικρές επιχειρήσεις, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αυτοαπασχολούμενους να έχουν απλήρωτα τιμολόγια, αλλά να μην προσφεύγουν στη δικαιοσύνη επειδή η διαδικασία είναι ακριβή, αργή και δυσανάλογη σε σχέση με την απαίτηση.
Με τις υπέρογκες αμοιβές των δικηγόρων στην Αγγλία, το να διεκδικήσει δικαστικά μια μικρή επιχείρηση μια οφειλή λίγων χιλιάδων λίρων δεν συμφέρει ούτε οικονομικά ούτε χρονικά. Αυτό ακριβώς το κενό παρατήρησαν οι ιδρυτές της Garfield, αξιοποιώντας, όπως οι ίδιοι διατείνονται, την τεχνολογία για καλό σκοπό.
Η εταιρεία δημιουργήθηκε από τον Philip Young, έμπειρο corporate δικηγόρο με προϋπηρεσία σε μεγάλα δικηγορικά σχήματα, και τον Daniel Long, πρώην φυσικό με εξειδίκευση στην κβαντική πληροφορική. Οι ίδιοι εξηγούν ότι η ιδέα γεννήθηκε από καθημερινά περιστατικά, όταν η Young έβλεπε πόσο δύσκολο ήταν για τον κουνιάδο του, υδραυλικό στο επάγγελμα, να κυνηγήσει απλήρωτα τιμολόγια μέσα από ένα σύστημα που για έναν μικρό επαγγελματία είναι σχεδόν απαγορευτικό σε χρόνο και κόστος.
Έτσι, προέκυψε το έξυπνο μοντέλο της Garfield, η οποία μπορεί να διαχειριστεί απαιτήσεις έως 10.000 λίρες, χωρίς ανάγκη δικηγόρου για κάθε βήμα, με την πλατφόρμα να αναλαμβάνει τα έγγραφα και τη διαδικαστική καθοδήγηση, μέχρι η υπόθεση να φτάσει στο small claims court, μια αντίστοιχη διαδικασία με αυτή της επίλυσης μικροδιαφορών στο ελληνικό δίκαιο.
Πάντως, και εδώ είναι το ενδιαφέρον, είναι ότι μιλάμε για μια εντελώς άλλη προσέγγιση από ό,τι έχουμε δει ως τώρα σε ρυθμιστικό επίπεδο. Η Garfield δεν είναι ένα ακόμη chatbot που δίνει γενικές νομικές πληροφορίες. Είναι αδειοδοτημένη και εποπτευόμενη δικηγορική εταιρεία που υπάγεται σε επαγγελματικούς κανόνες, σε απαιτήσεις προστασίας πελατών, εμπιστευτικότητας, ελέγχου σύγκρουσης συμφερόντων και επαγγελματικής ευθύνης.
Μάλιστα, η εποπτική αρχή SRA στην Αγγλία, εγκρίνοντάς την, τόνισε ότι έλεγξε το προϊόν και τους ανθρώπους πίσω από αυτό, εστιάζοντας ειδικότερα στους κινδύνους, ακριβώς επειδή οι κίνδυνοι ενός AI-driven νομικού γραφείου είναι νέοι και όχι απλώς παραλλαγή των παλιών.
Εξώδικο με 2 λίρες και αγωγή με 80 λίρες: Πώς η AI λειτουργεί ως δικηγόρος
Η λειτουργία της Garfield είναι σχεδιασμένη βήμα προς βήμα, ώστε να μετατρέπει μια απλήρωτη απαίτηση σε δικαστική διεκδίκηση χωρίς ο χρήστης να χρειάζεται να γνωρίζει κανέναν δικονομικό κανόνα.
Το πρώτο βήμα είναι το απλήρωτο τιμολόγιο. Ο χρήστης ανεβάζει στην πλατφόρμα το τιμολόγιο, τη σύμβαση αν υπάρχει, την αλληλογραφία και όποια άλλα έγγραφα αποδεικνύουν τη σχέση και την οφειλή. Η Garfield ελέγχει αν υπάρχει βάση απαίτησης, αν προκύπτουν ζητήματα παραγραφής και αν ο οφειλέτης είναι φερέγγυος, καθώς το σύστημα έχει διασύνδεση με τα αντίστοιχα λειτουργικά συστήματα της Πολιτείας.
Στη συνέχεια, το σύστημα συντάσσει την προειδοποιητική επιστολή. Πρόκειται ουσιαστικά για το δικό μας εξώδικο, όπου ο δανειστής πρέπει να δείξει ότι έδωσε στον οφειλέτη ευκαιρία να πληρώσει ή να απαντήσει πριν ξεκινήσει η δίκη. Αν ο οφειλέτης απαντήσει, η πλατφόρμα αναλύει την απάντηση και ζητά από τον χρήστη πρόσθετες πληροφορίες όπου χρειάζεται. Και όλα αυτά με 2 λίρες.
Αν δεν βρεθεί λύση, ο αλγόριθμος προχωρά στο επόμενο στάδιο: προετοιμασία και κατάθεση της αγωγής στο δικαστήριο, με υπολογισμό μάλιστα των δικαστικών τελών και σύνταξη όλων των απαιτούμενων εγγράφων. Το κόστος αναπροσαρμόζεται ανάλογα με το ύψος της απαίτησης, όμως ξεκινάει πολύ χαμηλά, από 80 λίρες.
Ακόμη και αν τελικά ο οφειλέτης δεν θορυβηθεί ούτε με την κατάθεση της αγωγής και η υπόθεση οδηγηθεί στα δικαστήρια, η Garfield μπορεί να κάνει όλη την προετοιμασία, στη συγκέντρωση των εγγράφων, στις μαρτυρικές καταθέσεις και στον φάκελο της δίκης.
Και αυτό ακριβώς έκανε στην πρόσφατη υπόθεση που κέρδισε. Αν και με την παραπάνω αλληλουχία κινήσεων συνήθως η οφειλή πληρώνεται πολύ πριν η υπόθεση φτάσει στο δικαστήριο, σε ορισμένες περιπτώσεις αναπόφευκτα δεν θα λυθεί εξώδικα.
Αυτό συνέβη για μια οφειλή 7.000 λίρων, όπου η Garfield AI κέρδισε την πρώτη της δίκη.
Αλγόριθμος εναντίον δικηγόρου: Η πρώτη δικαστική νίκη της τεχνητής νοημοσύνης
Η υπόθεση που έκανε τη Garfield γνωστή διεθνώς αφορούσε μια freelance σύμβουλο HR. ΗR, η οποία είχε παράσχει τις υπηρεσίες της σε ένα ξενοδοχείο και διεκδικούσε αμοιβές ύψους 7.000 λιρών. Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες υποθέσεις, το οικονομικό αντικείμενο ήταν μεν σημαντικό, αλλά αρκετά μικρό ώστε η παραδοσιακή δικηγορική οδός να είναι οικονομικά ασύμφορη.
Η ενάγουσα ανάθεσε την υπόθεση στη Garfield και έγιναν όλα τα διαδικαστικά βήματα, ώστε να επιλυθεί η διαφορά εξωδικαστικά. Όμως, η οφειλέτρια εταιρεία δεν συνεργάστηκε και τράβηξε την υπόθεση σε πλήρη ακροαματική διαδικασία με παράσταση δικηγόρων.
Η Garfield πραγματοποίησε όλη τη νομική προετοιμασία πριν από τη δίκη, δηλαδή τη σύνταξη των εγγράφων, την προετοιμασία τεσσάρων μαρτυρικών καταθέσεων και την κατάθεση των δικογράφων. Λίγο πριν από την ακροαματική διαδικασία, η Garfield ανέθεσε την προφορική υπεράσπιση σε δικηγόρο για την αγόρευση.
Το δικαστήριο, τελικά, δικαίωσε πλήρως την ενάγουσα, επιδικάζοντάς της τις 7.000 λίρες. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι η ίδια είχε ξοδέψει για το σύνολο της υπόθεσης και τα δικαστικά έξοδα μόλις 400 λίρες.
Θα μπορούσε να γίνει το ίδιο στην Ελλάδα;
Το αγγλικό μοντέλο έχει μια κρίσιμη ιδιαιτερότητα που κατέστησε εφικτή μια τέτοια καινοτομία. Η αγορά νομικών υπηρεσιών στην Αγγλία και την Ουαλία είναι πολύ πιο ανοιχτή σε εναλλακτικές δομές, τεχνολογικά μοντέλα και μη παραδοσιακά δικηγορικά σχήματα. Η εποπτική αρχή SRA δεν αντιμετώπισε τη Garfield ως έναν αλγόριθμο που παριστάνει τον δικηγόρο», αλλά ως ρυθμιζόμενη νομική επιχείρηση με νέο τρόπο παροχής υπηρεσιών. Γι’ αυτό και το βάρος έπεσε σε ελέγχους ποιότητας, προστασία απορρήτου, επαγγελματική ευθύνη και περιορισμό των όχι τόσο σπάνιων ψευδαισθήσεων της τεχνητής νοημοσύνης.
Η άδεια, επομένως, δεν ήταν λευκή επιταγή, αλλά ένα πείραμα υπό αυστηρή επιτήρηση. Η SRA δήλωσε ότι θα παρακολουθεί στενά την πορεία αυτού του μοντέλου, ακριβώς επειδή τέτοιες εταιρείες ενδέχεται να πολλαπλασιαστούν. Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε ρυθμιστικό επίπεδο, ότι η Αγγλία δεν περίμενε να ωριμάσει πλήρως η τεχνολογία για να τη ρυθμίσει εκ των υστέρων. Της επέτρεψε να λειτουργήσει σε περιορισμένο πεδίο, με σαφείς κανόνες και εποπτεία.
Στην Ελλάδα, το σημερινό θεσμικό πλαίσιο είναι εντελώς διαφορετικό. Ο Κώδικας Δικηγόρων αντιμετωπίζει την παροχή νομικών υπηρεσιών ως δικηγορικό λειτούργημα που ασκείται από δικηγόρους και δικηγορικές εταιρείες. Η δικηγορική εταιρεία δεν είναι απλή τεχνολογική πλατφόρμα, αλλά εταιρικό σχήμα δικηγόρων με αποκλειστικό σκοπό την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών.
Αυτό σημαίνει ότι στην Ελλάδα μια πλατφόρμα τύπου Garfield δεν θα μπορούσε, με το ισχύον πλαίσιο, να εμφανιστεί ως δικηγορική εταιρεία χωρίς δικηγόρους. Θα μπορούσε, όμως, να λειτουργήσει ως τεχνολογικό εργαλείο που χρησιμοποιείται από δικηγόρους ή δικηγορικές εταιρείες.
Σε κάθε περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη και το ευρωπαϊκό πλαίσιο της AI Act, για να συμβεί κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα, θα έπρεπε να απαντηθούν ερωτήματα που σχετίζονται με τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης υψηλού κινδύνου, όπως ποιος φέρει την ευθύνη για τυχόν λάθη και πώς προστατεύεται το απόρρητο μεταξύ δικηγόρου και πελάτη.
Οπότε σίγουρα στην Ελλάδα απέχουμε πολλά χρόνια ή και οριστικά από μια εκδοχή τύπου Garfield, το σίγουρο όμως είναι ότι οι βεβαιότητες για τον τρόπο άσκησης και το μέλλον της δικηγορίας έχουν δια παντός ανατραπεί.
