Τρίτη, 23 Απριλίου, 2024

Πόσο ουίσκι πίνουν οι Ελληνες – Από τις παλιές ελληνικές ταινίες έως τα πανευρωπαϊκά ρεκόρ κατανάλωσης

Η σχέση του ελληνικού κοινού με το ουίσκι ξεκινά από τη μακρινή δεκαετία του 1950 όταν κι εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στις ελληνικές πόλεις τα μπαρ αμερικανικού τύπου.

Αρχικά, τα “αμέρικαν μπαρς” βρίσκονταν μέσα σε ξενοδοχεία και χρειάστηκε να περάσουν δέκα χρόνια περίπου ώστε να κάνουν αισθητή την παρουσία τους και εκτός. Για αυτόν τον λόγο, η περίοδος που ακολούθησε δηλαδή 1965-1975 ήταν κι αυτή που οδήγησε στη διαμόρφωση νέων προτιμήσεων για τους Ελληνες στο ποτό. Εκείνη η εποχή σηματοδότησε και το πέρασμα από το κραταιό τότε κονιάκ στο ουίσκι. Είναι χαρακτηριστικές οι σκηνές των ελληνικών ταινιών όπου brands όπως το Vat 69 ή το White Horse πρωταγωνιστούν στους μπουφέδες των αστικών σπιτιών της Αθήνας, αλλά και στα μπαρ των ξενοδοχείων Ξενίας.

Aπό την αυγή του 2000 φάνηκε πως το ουίσκι ήταν η κυρίαρχη επιλογή για όσους ήθελαν να πιούν και να δοκιμάσουν ένα πότο. Χαρακτηριστικά είναι και τα στοιχεία που προέκυψαν από στατιστική έρευνα της της εταιρείας Μarket Analysis η οποία κατέδειξε τις αλκοολούχες τάσεις για την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2003 σε όλη την Ελλάδα. Αυτά δεν διαφοροποιήθηκαν ιδιαίτερα από τα αντίστοιχα της περιόδου του 2002. Πρώτο στις προτιμήσεις του κοινού ήταν το ουίσκι, το οποίο στα καταστήματα εμφάνιζε ένα ποσοστό κατανάλωσης που άγγιζε το 28,3%. Στη δεύτερη θέση βρίσκονταν τότε οι εισαγόμενες μπύρες με ένα ποσοστό της τάξεως 18,7%, ενώ ακολουθούσε η κατανάλωση των Ready To Drink (έτοιμα κοκτέιλ προς κατανάλωση, συνήθως με λευκά ποτά) με ένα ποσοστό που άγγιζε το 17,5%.

Είναι η εποχή που μεσουρανούν οι διαφημίσεις του Johhnie Walker με το μότο «Κeep Walking» να φιγουράρει σε διαφημιστικά σποτ τόσο στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, αλλά και στο σινεμά, σε billboards, αλλά και σε καταχωρήσεις σε εφημερίδες και περιοδικά. Παράλληλα, τα στοιχεία του World Drinks Trends 2003, κατέταξαν την Ελλάδα στην 19η θέση της παγκόσμιας κατάταξης, με την ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση καθαρού αλκοόλ να αγγίζει ένα ποσοστό ανάλογο των 7,9 λίτρων.

Οι Ελληνες κι η κατανάλωση ουίσκι

Από τότε άλλαξαν πολλά, όχι όμως κι η προτίμηση του ελληνικού κοινού στο ουίσκι το οποίο πρωτοστάτησε στις αλκοολούχες επιλογές του. Αν λάβουμε υπόψη μας την έκθεση που δημοσιεύθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) το 2012, τότε θα διαπιστώσουμε ότι στη χώρα μας υπήρξε μια σταθεροποίηση στην κατανάλωση αλκοόλ από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 έως και το 2010. Μάλιστα από την επεξεργασία των δεδομένων της έκθεσης προέκυψε ότι η Eλλάδα βρέθηκε περίπου στον μέσο ευρωπαϊκό όρο, κατέχοντας την 28η θέση ανάμεσα σε 53 ευρωπαϊκές χώρες, με το ουίσκι πρώτο στις επιλογές των κατοίκων και επισκεπτών της. Βεβαίως σε κατά κεφαλήν κατανάλωση οι Ελληνες βρίσκονταν πάντα στις κορυφαίες θέσεις.

Στα χρόνια της πανδημίας

Τα τελευταία χρόνια οι πωλήσεις του ουίσκι φαίνεται να προσπερνούν τον σκόπελο της πανδημίας, που επέφερε μεγάλους περιορισμούς στη διασκέδαση λόγω των απαγορεύσεων και των συνεχιζόμενων lockdowns. Συγχρόνως το Fact.MR έδωσε μια εντυπωσιακή πρόβλεψη για την παγκόσμια αγορά ουίσκι, η οποία βλέπει ετήσια ανάπτυξη 5,6% μέχρι και το 2027. Στην ίδια έκθεση υπάρχει η εκτίμηση ότι τα έσοδα από το ουίσκι αναμένεται να διπλασιαστούν μεταξύ 2021 και 2031, πλησιάζοντας το αστρονομικό ποσό των 108 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Στη χώρα μας, μια έκθεση της IRI Hellas, ήρθε για να παρουσιάσει τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από το οργανωμένο λιανεμπόριο τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα όσο και στην Κρήτη, σύμφωνα με τα οποία τα αλκοολούχα ποτά αύξησαν τον τζίρο τους κατά 17,26% εν συγκρίσει με το 2020, ενώ την ίδια περίοδο σημειώθηκε και μια ανάπτυξη της τάξεως 19,21% σε όρους όγκου πωλήσεων.

To ουίσκι κράτησε τον ρόλο του leader κι αυτή την περίοδο, αποτελώντας τη μεγαλύτερη κατηγορία των αλκοολούχων ποτών. Ο συνολικός τζίρος ανήλθε στα 65,13 εκατ. ευρώ καταγράφοντας αύξηση που άγγιξε το 14,6%, συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά. Η έκθεση της IRI Hellas κατέδειξε ότι η αύξηση της ζήτησης ήταν μεγάλη σε όλες τις περιοχές, με τη Βόρεια Ελλάδα να καταγράφει ρυθμό ανάπτυξης 19,8%, την Κρήτη 18,3% και την Κεντρική Ελλάδα 15,4%. Οσον αφορά την κατανάλωση κι αυτή είχε αξιοσημείωτη αύξηση ειδικά στα μεγάλα σούπερ μάρκετ (άνω των 2.500 τ.μ.) με +18,1% σε σχέση με το 2020, την ώρα που τα υπόλοιπα καταστήματα κινήθηκαν στα επίπεδα μεταξύ 11,5%-14,9%.

Ο εκθετικός ρυθμός αύξησης του τζίρου του ουίσκι στη χώρα μας είναι ενδεικτικός της εμπορικής δυναμικής του, αφού από τα €52,73 εκατ. για το 2018, πήγαμε στα €51,42 εκατ. για το 2019 κι από εκεί στα €57,34 εκατ. για το 2020, πριν αγγίξουμε το ποσό των €65,13 εκατ. όπως προαναφέρθηκε. Βεβαίως, σε όλη αυτή την κατανάλωση, είναι σημαντικός ο ρόλος των τουριστών, οι οποίοι “εξαφανίζουν” τα καλοκαίρια τα ακριβότερα και σπανιότερα λεγόμενα premium brands.

Οι μεγάλες εταιρείες αλκοολούχων ποτών στην Ελλάδα

Οι μεγάλοι τζίροι συμπαρέσυραν και τις μεγάλες εταιρείες αλκοολούχων ποτών. Η Diageo Hellas μάλιστα στην τελευταία οικονομική χρήση εκείνης της χρονιάς (1/7/2020 – 30/6/2021) εμφάνισε πωλήσεις €50 εκατ. από €49,8 εκατ. έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ κατάφερε να δεκαπλασιάσει τα καθαρά της κέρδη, τα οποία ξεπέρασαν τα €2,44 εκατ. από €234.873 το προηγούμενο διάστημα. Αντίστοιχα, το 2021 η εταιρεία Καρούλιας είχε συνολικά έσοδα €49,3 εκατ. και και η εταιρεία ΑΜΒΥΞ εμφάνισε πωλήσεις οι οποίες παρουσίασαν αύξηση +12% και ανήλθαν σε ποσό €98 εκατ., έναντι €87,3 εκατ. για το 2020, ξεπερνώντας όλες τις σημαντικές ελλείψεις του κλάδου λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας στην εγχώρια και παγκόσμια παραγωγή.

Το ουίσκι σαν επένδυση

Την ίδια στιγμή πληθαίνουν οι εκθέσεις στοιχείων που αποδεικνύουν ότι ο βασιλιάς των επενδύσεων είναι το ουίσκι αφού σε 12μηνη βάση η απόδοση του δείκτη των σπάνιων single malts φθάνει το 40% και ακολουθούν τα νομίσματα (12%), το κρασί (9%), τα έργα τέχνης (9%), τα ρολόγια (5%) και τα αυτοκίνητα (2%). Αν ερμηνεύσουμε μάλιστα τα νούμερα σε βάθος 10ετίας τότε θα διαπιστώσουμε έκπληκτοι ότι το ουίσκι υπερέχει σε συντριπτικό ποσοστό, αφού η απόδοση φθάνει το 582%, ενώ για τα αυτοκίνητα διαμορφώνεται στο 258% και για τα έργα τέχνης στο 158%.

By