Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου, 2024

Ρούλα Πισπιρίγκου: Έφυγε από τη δίκη όταν ο γιατρός Ηλιάδης μίλησε για το σύνδρομο Μινχάουζεν δι” αντιπροσώπου

Με την κρίσιμη κατάθεση του εντατικολόγου στη ΜΕΘ Παίδων του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Ρίου, Ανδρέα Ηλιάδη, συνεχίζεται σήμερα η δίκη της Ρούλας Πισπιρίγκου στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας.

Ο έμπειρος γιατρός, ο οποίος πρώτος είχε μιλήσει για το σύνδρομο Μινχάουζεν δια αντιπροσώπου όσον αφορά στην κατηγορούμενη μητέρα του κοριτσιού, είχε αναλάβει τη μικρή Τωρτζίνα αμέσως μετά την ανακοπή που υπέστη στις 11 Απριλίου του 2021 στο Καραμανδάνειο Νοσοκομείο.

Το κοριτσάκι είχε μεταφερθεί στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ρίου και εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας για παιδιά, της οποίας προΐσταται από το 2007 ο κ. Ηλιάδης. Εκεί έμεινε για δυο μήνες και εν συνεχεία μεταφέρθηκε στο Ωνάσειο.

Με επιστημονικό και αναλυτικό λόγο ο μάρτυρας περιέγραψε όλες τις ενέργειες του ιδίου και της ιατρικής του ομάδας από την πρώτη στιγμή που εισήχθη το παιδί στη ΜΕΘ μετά την ανακοπή στο Καραμανδάνειο αλλά και τα βήματα των γιατρών ώστε να αποκλείσουν ένα – ένα τα πιθανά αίτια της ανακοπής. «Ήταν μια δραματική νύχτα» είπε ο κ. Ηλιάδης και προσέθεσε: «Ενημέρωσα τους γονείς εκείνο το βράδυ, είδα δυο ταλαιπωρημένους ανθρώπους».

Ειδικότερα, ο μάρτυρας αναφέρθηκε εκτενώς σε όλα τα επιστημονικά βήματα για τη νοσηλεία του παιδιού, αναφέροντας ότι αποκλείστηκε το ενδεχόμενο το παιδί να είχε υποστεί την ανακοπή από καρδιολογικό ή αναπνευστικό αίτιο. Παράλληλα, περιέγραψε και τη στάση των γονιών της Τζωρτζίνας αλλά και την αντίδρασή τους όταν τους συνέστησε η μητέρα να δει ψυχίατρο. Αναφορά μάλιστα έκανε ο κ. Ηλιάδης και στο σύνδρομο «Μινχάουζεν δια αντιπροσώπου», το οποίο, όπως είπε, του «χτύπησε καμπανάκι» στο πλαίσιο της διαφορικής του διάγνωσης. Μάλιστα, την ώρα που ο μάρτυρας αναφέρονταν σε αυτό η Ρούλα Πισπιρίγκου ζήτησε να βγει από την αίθουσα στην οποία επανήλθε αφού ο κ. Ηλιάδης είχε αρχίσει να καταθέτει για την έξοδο του παιδιού από τη ΜΕΘ και τη μεταφορά του στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο.

Την κατάθεση του κ. Ηλιάδη παρακολουθεί σήμερα και η κατηγορούμενη Ρούλα Πισπιρίγκου η οποία βρίσκεται στο δικαστήριο, όπως και ο πατέρας του παιδιού, Μάνος Δασκαλάκης.

Ο συνήγορος της κατηγορουμένης Αλέξης Κούγιας ενημέρωσε ότι η εντολέας του υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και έχει ράμματα και εξ αυτού του λόγου απουσίαζε χθες από τη δίκη της.

Η ημέρα της εισαγωγής

Ο εντατικολόγος άρχισε την κατάθεσή του ξεκινώντας από την ημέρα εισαγωγής του παιδιού στη ΜΕΘ. «Στις 11 Απριλίου, ημέρα εισαγωγής της Τζωρτζίνας ήμουν στο σπίτι μου. Με πήρε ο γιατρός εφημερίας και μου είπε ότι υπάρχει μια κλήση από το Καραμανδάνειο για ένα πολύ σοβαρό περιστατικό. Πήγα αμέσως. Το σπίτι μου απέχει 10 λεπτά από το νοσοκομείο. Όταν έφτασα δεν έρθει ακόμη το περιστατικό. Οι δυο νοσηλεύτριες με τον γιατρό της μονάδας είχαν συντονιστεί και προετοιμάζονταν. Ήρθε το περιστατικό και ο κ. Χασαπόπουλος (σ.σ. ο αναισθησιολόγος του Καραμανδάνειου) συνόδευε τη Τζωρτζίνα. Ήταν διασωληνωμένη. Είχα διακρίνει μεγάλη ένταση στο πρόσωπο του συγκεκριμένου γιατρού. Μας είπε πολύ γρήγορα τις πρώτες πληροφορίες. Μας ευχήθηκε καλή δύναμη. Νιώσαμε ότι ήταν φορτισμένος, του είπαμε ότι θα κάνουμε το καλύτερο. Είχαμε ένα κοριτσάκι 7,5 ετών που υπέστη αυτή την ανακοπή. Τη βάλαμε αμέσως στον αναπνευστήρα. Αυτά που πρέπει να κάνουμε πρώτα ήταν να την σταθεροποιήσουμε. Ελέγξαμε τα ζωτικά της σημεία, τη βάλαμε στο μόνιτορ και μαζί με τον συνάδελφο καταλάβαμε ότι είναι πολύ σοβαρό περιστατικό. Οι πρώτες πληροφορίες που πήραμε ήταν ότι ήταν κάτι αιφνίδιο αλλά δεν υπήρχε κάτι που προμηνύει ένα τέτοιο αιφνίδιο συμβάν. Πήραμε και τη πληροφορία ότι υπήρχαν και άλλοι δυο θάνατοι παιδιών στην οικογένεια».

Τα αίτια της ανακοπής

Ακολούθως ο κ. Ηλιάδης αναφέρθηκε αναλυτικά σε όλες τις ενέργειες που έγιναν ώστε η κατάσταση του παιδιού να σταθεροποιηθεί και τόνισε ότι μαζί με τους συναδέλφους του έβαλαν το παιδί σε συγκεκριμένου πρόγραμμα, όπως ορίζει πρωτόκολλο.

«Αποφασίσαμε να μπούμε στο πρωτόκολλο της θεραπευτικής υποθερμίας, κάτι δύσκολο και με μεγάλο ρίσκο. Σκοπός ήταν να κατέβει η θερμοκρασία στους 33 βαθμούς με σκοπό την προστασία του εγκεφάλου από πιθανό οίδημα», είπε ο κ. Ηλιάδης για να συμπληρώσει λίγο αργότερα: «Η καρδιακή ανακοπή στα παιδιά είναι ένα αιφνίδιο γεγονός, σπάνιο. Ο μικρός ασθενής είναι μια οντότητα ξεχωριστή. Τα νοσήματα των ενηλίκων δεν θα τα δούμε στα παιδιά».

Ο κ. Ηλιάδης εξήγησε στη συνέχεια πως οι ανακοπές όταν συμβαίνουν στα παιδιά συνήθως κατά 80% οφείλονται σε αναπνευστικά προβλήματα. «Ένα 10% αφορά κάποιες άλλες αιτίες που και πάλι έχουμε εικόνα πριν να γίνει ανακοπή. Ένα παιδί που έχει μια βαριά σηψαιμία μπορεί να πάθει ανακοπή. Είναι όμως νοσηλευόμενα και είναι καταστάσεις που λίγο πολύ τις γνωρίζουμε» συνέχισε για να επισημάνει ακόμη: «Θα πρόσθετα και νοσήματα από το κεντρικό νευρικό. Επιληπτική κατάσταση. Και δεν εννοώ ένα παιδί που κάνει κινήσεις στα χέρια και προσήλωση βλέμματος. Μιλώ για σοβαρή κρίση που διαρκεί για 30 λεπτά».

Όπως, όμως, είπε ο εντατικολόγος στην περίπτωση της 9χρονης είχαν αποκλειστεί και τα αναπνευστικά και τα καρδιολογικά αίτια. «Μάλιστα μόλις ήρθε η Τζωρτζίνα σε εμάς έκανα και εγώ υπέρηχο και διαπίστωσα ότι υπήρχε καλή συστατικότητα. Να το πω απλά. Αυτή η καρδιά κατάφερνε να επιτελέσει τη λειτουργία που ήθελε». Ο μάρτυρας ανέφερε ακόμη ότι ο ίδιος και οι συνεργάτες του απέκλεισαν από τα αίτια της ανακοπής, «τις δομικές βλάβες, ένα νόσημα που κάνει δυσπραγία στη καρδιά». Όπως ανέφερε «ξέραμε ότι η στεφανιαία του παιδιού έρχεται όμορφα και δεν θα κάνει βλάβη». Ακόμη αποκλείστηκε και η «οξεία μυοκαρδίτιδα διότι υπήρχε η χαμηλή τροπονίνη που μας την έδωσαν οι συνάδελφοι του Καραμανδάνειου».

«Σταθερότητα»

Από τη στιγμή που το παιδί μπήκε στο πρόγραμμα υποθερμίας σταδιακά άρχισε να σταθεροποιείται, όπως είπε ο κ. Ηλιάδης. «Εφόσον είδαμε ότι υπήρχε σταθερότητα στη καρδιά επικεντρωθήκαμε στα άλλα όργανα που προσβάλλονται από την ανακοπή, τον εγκέφαλο, τα νεφρά και το γαστρεντερολογικό σύστημα. Να μείνουμε στον εγκέφαλο και να το αναλύσουμε. Τοποθετήσαμε αμέσως ένα ειδικό καθετήρα και μετρητή για να μετράμε την ενδοκράνια πίεση για να είμαστε έτοιμοι να δράσουμε…».

Συνεχίζοντας ο εντατικολόγος ανέφερε: «Ο μετρητής στη Τζωρτζίνα μπήκε στον εγκέφαλο για να είμαστε σίγουροι. Η πληροφορία που έδωσε ο μετρητής 2-3 24ωρα μετά ήταν δυστυχώς ότι η μικρή ασθενής ανέπτυξε εγκεφαλικό οίδημα. Αντιμετωπίστηκε με αγωγή και φάρμακα που το μειώνουν. Αυτό που έχει σημασία είναι, ότι ήμασταν πλέον θεατές και στην ανάπτυξη του οιδήματος. Αυτό επήλθε από το φαινόμενο επαναιμάτωσης, το οποίο μας δημιούργησε αρκετά ερωτηματικά σε σχέση με την πληροφορία που πήραμε από την μητέρα. Ήταν μια δραματική νύχτα, έφυγα γύρω στις 5 το πρωί. Δεν το λέω για να εντυπωσιάσω. Ήταν ένας ασθενής που πραγματικά πέσαμε πάνω του και κάναμε μια ιατρική που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από μεγάλο νοσοκομείο του εξωτερικού. Δυστυχώς δεν είχαμε διούρηση. Γι” αυτό τον λόγο τοποθετήσαμε καθετήρα αιμοκάθαρσης και ήμασταν έτοιμη να ξεκινήσουμε αιμοκάθαρση. Ευτυχώς η διούρηση επανήλθε».

Ο κ. Ηλιάδης αναφέρθηκε εκ νέου στη στάση των γονιών εκείνο το βράδυ εισαγωγής του παιδιού στη ΜΕΘ. «Ενημέρωσα τους γονείς τους είπα ότι θα πολεμήσουμε είμαστε μαζί τους, είδαμε δυο ταλαιπωρημένους γονείς».

Η ανάνηψη στο Καραμανδάνειο

Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του ο κ. Ηλιάδης αναφέρθηκε, όμως, και στην προσπάθεια ανάνηψης του παιδιού (ΚΑΡΠΑ) που του έγινε στο Καραμανδάνειο και διήρκησε 50 περίπου λεπτά. Χαρακτηριστικά ανέφερε: «Η πληροφορία που είχα πάρει από τη μητέρα της Τζωρτζίνας ήταν ότι η ανακοπή ήταν κάτι ξαφνικό. Ήθελα να μάθω τους χρόνους για να κάνω καλύτερα το ιατρικό μου έργο. Θεωρώ από αυτά που έμαθα από τους γιατρούς του Καραμανδάνειου ήταν αρκετή για να μας δώσει τις πιθανότητες να έχουμε μια καλύτερη έκβαση. Αν στα 10 λεπτά ουδείς βοηθήσει ένα άτομο με ανακοπή, τότε η πρόγνωση γίνεται απίστευτα αποκαρδιωτική. Και η πιθανότητα επιβίωσης πέφτει στα …τάρταρα».

Ο κ. Ηλιάδης ανέφερε ότι τη δεύτερη ημέρα νοσηλείας του παιδιού ζήτησε περισσότερες πληροφορίες από την μητέρα για το ιστορικό του παιδιού και της οικογένειάς της: «Την επόμενη ημέρα είμαστε ομάδα πέντε γιατρών, είχα υποχρέωση να πάρω πληροφορίες για τον εάν υπήρχαν αιφνίδιοι θάνατοι μέσα στην οικογένεια. Η μητέρα με ενημέρωσε ότι υπήρξε ο θάνατος της μικρής Μαλένας. Μου είπε για ηπατική ανεπάρκεια. Την ηπατική ανεπάρκεια την ξέρουμε πολύ καλά εμείς οι εντατικολόγοι. Δεν με έπεισε. Πήρα την κυρία Μπάκα, εξαιρετική παιδοογκολόγο. Ήθελα να πάρω την πληροφορία γιατί με ενδιέφερε το οικογενειακό ιστορικό. Μίλησα δυο φορές μαζί της και η πληροφορία που πήρα είναι ότι δεν είχε πειστεί ούτε εκείνη ότι ήταν ηπατική ανεπάρκεια. Και αυτό ήταν σημαντικό για εμένα. Ρώτησα περισσότερες πληροφορίες και σαν γιατρός μου ήταν αδιανόητο να το πιστέψω. Δεν πεθαίνουν τα παιδιά αιφνιδίως από ηπατική ανεπάρκεια. Μάθαμε από τη μητέρα και για το θάνατο άλλο παιδιού που πέθανε στον ύπνο του. Στο σύνδρομο του αιφνιδίου θανάτου στα παιδιά, είναι κάτι που είμαστε γνώστες. Δεν γνωρίζουμε την αιτία. Επομένως είχαμε δυο θανάτους. Πήρα αμέσως έναν εξαιρετικό συνάδελφο, ο οποίος είναι εξειδικευμένος στις αρρυθμίες τον κ. Παπαγιάννη, είναι στο Ωνάσειο…».

Μινχάουζεν δια αντιπροσώπου

Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του, ο κ. Ηλιάδης αναφέρθηκε όμως και στο σύνδρομο «Μινχάζουεν δια αντιπροσώπου» και μετά από ερώτηση της προέδρου εξήγησε περί τίνος πρόκειται.

Συγκεκριμένα κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Είναι ο φροντιστής που συνήθως κατά 99% είναι η μητέρα, η οποία έχει γνώσεις ιατρικές. Στη διαφορική διάγνωση το καμπανάκι που χτύπησε ήταν οι δυο αιφνίδιοι θάνατοι και η ανακοπή της Τζωρτζίνας. Η μάνα έχει γνώσεις νοσηλευτικής αρέσκεται να έχει γνώσεις σε αυτό τον τομέα. Συνήθως είναι άτομα που έχουν προβλήματα όσον αφορά στον ψυχικό τους κόσμο. Εγώ ήθελα να προστατέψω το παιδί, γιατί αυτό είναι κακοποίηση παιδιού. Οι φροντιστές κάνουν χωρίς να το καταλάβουν κακό στο παιδί και με συμπτώματα ασφυξίας. Υπήρξαν «κόκκινες σημαίες» που με έκαναν να ταρακουνηθώ και το συζήτησα με τους συναδέλφους μου. Και το επόμενο που βήμα ήταν να μιλήσω με κάποιο φορέα. Απευθύνθηκα στην υπεύθυνη ιατροδικαστή του υπουργείου Δικαιοσύνης, στην κ. Τσιόλα με την οποία συνεργάζομαι χρόνια. Πήγα στο χώρο της και της εξέφρασα τους προβληματισμούς μου και ότι έπρεπε στη διαφορική μου διάγνωση να το βάλω. Εκείνη ήρθε στον χώρο μας και είδε τη μικρή. Αυτή η διαταραχή (σύνδρομο Μινχάουζεν) έχει μια μεγάλη γκρίζα ζώνη μεταξύ ιατρικής και νομικής υπόστασης. Η κ. Τσιόλα μου συνέστησε να περιμένουμε να γίνει ο γονιδιακός έλεγχος. Δεν θα πω ότι λυτρώθηκα αλλά είπα αυτό που έπρεπε να πω. Ακόμη η κ. Τσιόλα μου είπε «θέλω να είσαι κοντά στην οικογένεια». Το επόμενο μου βήμα ήταν να ζητήσω τη βοήθεια της ψυχιατρικής κλινικής, μίλησα μαζί τους και ένιωσα ότι σαν τους είχα δώσει μια βόμβα. «Καλύτερα να μιλήσεις με το διευθυντή» μου είπαν. Του μίλησα, του είπα όλους τους προβληματισμούς μου, δυστυχώς όμως ένιωσαν ότι δεν υπήρχε τρόπος να βοηθηθώ, το μόνο που κατάφερα ήταν να μιλήσω με ένα ψυχίατρο βάρδιας που μας είπε να πάει η μητέρα στα έκτατα».

«Τι είναι αυτά;»

Ο κ. Ηλιάδης ακολούθως ανέφερε πως είπε στους γονείς της Τωρτζίνας και δη στη μητέρα της να δει ψυχίατρο. Συγκεκριμένα ανέφερε: «Είπα στη μητέρα ότι υπήρχε ραντεβού και ότι πρέπει να πάει. Το αποτέλεσμα μάλλον δεν ήταν καλό γιατί την επόμενη ήρθαν οι γονείς και μου είπαν «κ. Ηλιάδη τι είναι αυτά;». Ο κ. Δασκαλάκης είπε ο ότι ψυχίατρος ρωτούσε τη μητέρα αν είναι τρελή. Μου είπαν ότι δεν επιθυμούμε τέτοιου είδους παρεμβάσεις. Στεναχωρήθηκα. Το σεβάστηκα και έκλεισε εκεί το θέμα εκεί».

Η κατάθεση του κ. Ηλιάδη συνεχίζεται.

By