Πέμπτη, 23 Μαΐου, 2024

Tα κόστη που “φουσκώνουν” τις τιμές στο ράφι

Ενέργεια, πρώτες ύλες, υλικά συσκευασίας, μεταφορές και φορολογία είναι βασικοί τομείς που προσθέτουν κόστος στην αξία των προϊόντων αυξάνοντας τις τιμές στο ράφι σε δυσανάλογα επίπεδα συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, όπως επιβεβαιώνουν πρόσφατες μελέτες και παραδέχονται στελέχη της βιομηχανίας και του λιανεμπορίου.

Η συγκυρία πυροδοτεί επίσης τον ανταγωνισμό μεταξύ αλυσίδων σούπερ μάρκετ και μεταξύ προμηθευτών τόσο στην κατηγορία τροφίμων όσο και εκτός αυτής. Υπάρχουν παίκτες της αγοράς που φαίνεται να ανησυχούν λιγότερο, λόγω των υψηλών μεριδίων που απολαμβάνουν, όπως π.χ. ο Σκλαβενίτης, Νο1 επιλογή των καταναλωτών σύμφωνα με έρευνα της Long Lust. Ακολουθούν με διαφορά ΑΒ Βασιλόπουλος, Lidl, My market και Μασούτης στην κορυφαία πεντάδα.

Ωστόσο ο ανταγωνισμός μεταξύ αλυσίδων είναι ελαφρώς ηπιότερος από τον ανταγωνισμό μεταξύ προμηθευτών, ειδικά στην κατηγορία τροφίμων. Σύμφωνα με έρευνα της Netrino, που παρουσιάστηκε στο 14ο Food Retail Conference, το 78,3% όσων εργάζονται στο κλάδο των τροφίμων θεωρεί τον ανταγωνισμό στα τρόφιμα μεγάλο ή υπερβολικό, με τις επιχειρήσεις με τζίρο πάνω από 25 εκατ. ευρώ να βιώνουν τον ανταγωνισμό πιο έντονα, όπως και οι εταιρείες με πολυεθνική παρουσία και τα στελέχη των πωλήσεων. Στο λιανεμπόριο το αντίστοιχο ποσοστό υπολογίζεται σε 74,2% και στον κλάδο μη τροφίμων σε 65,9%.

Ο ισχυρός ανταγωνισμός ωστόσο δεν έχει ευνοήσει την αποκλιμάκωση των τιμών, αν και τα στελέχη που εργάζονται στο τμήμα αγορών παραδόξως βλέπουν σε γενικές γραμμές τις τιμές σταθερές ή μειωμένες.

Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν στοιχεία επιβαρυντικά όπως: ενέργεια, πρώτες ύλες, υλικά συσκευασίας, μεταφορές και φορολογία. Σημειώνουν επίσης την πολυπλοκότητα της γεωγραφίας της χώρας που επηρεάζει το κόστος των εσωτερικών μεταφορών. Σύμφωνα με στοιχεία της Netrino Advisory πρόβλημα είναι και η απόσταση της χώρας από τα παραγωγικά κέντρα της Ευρώπης, που προσθέτει κόστη για τη βιομηχανία και τους προμηθευτές. Η απόσταση από εξωτερικές πηγές προμήθειας πρώτων υλών αλλά και οι ειδικές συνθήκες για την προσέγγιση νησιών και απομακρυσμένων ορεινών περιοχών συνεπάγονται κόστος εισαγωγών και μεταφοράς προϊόντων. Είναι ένα θέμα που αναδεικνύουν κυρίως οι μεγάλες επιχειρήσεις, με τζίρο μέχρι 250 εκατ. ευρώ ενώ οι πολύ μεγάλες αναδεικνύουν και τους κινδύνους από τις φυσικές καταστροφές λόγω της κλιματικής αλλαγής, που συνδέονται επίσης με κόστη που επιβαρύνουν τις τιμές.

Ωστόσο συνολικά στην αγορά ο σημαντικότερος παράγοντας που φαίνεται ότι επιδρά στις τιμές είναι η φορολογία. Αυτό, κατά ορισμένες απόψεις, ενθαρρύνει αθέμιτες πρακτικές. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΣΕΒ το επιχειρηματικό περιβάλλον βελτιώνεται αλλά μεταξύ άλλων απαιτούνται βήματα για την φορολογική ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων (σύμφωνα με το 67% του δείγματος).

Στην διαδικτυακή έρευνα της Netrino Advisory τα στελέχη κλήθηκαν να βαθμολογήσουν σε κλίμακα 1-5 συνολικά 15 παράγοντες που συνδιαμορφώνουν τις τιμές των προϊόντων, με το ύψος της φορολογίας να βρίσκεται στην κορυφή της κατάταξης με σκορ 4,14. Ακολουθούν παράγοντες όπως οι πρώτες ύλες και τα υλικά συσκευασίας με 3,97, το κόστος ενέργειας με 3,96 και άλλα κόστη παραγωγής με 3,8.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 35% τα τελευταία δύο χρόνια εξαιτίας τέτοιων παραγόντων.

Επομένως, διαπιστώνεται ότι οι παράγοντες που επιδρούν στις τιμές αφορούν το εξωτερικό αλλά και το εγχώριο περιβάλλον. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση και οι γεωπολιτικές εντάσεις είχαν ως αποτέλεσμα διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και αύξηση του κόστους της ενέργειας και των εισαγώμενων πρώτων υλών. Από την άλλη μεριά, η μορφολογία της χώρας σημαίνει υψηλότερο κόστος μεταφορικών για κάποιες περιοχές όπως τα νησιά, το οποίο όμως επιβαρύνει το σύνολο της πώλησης.

Συνολικά, τα κόστη που έχουν μεταφερθεί στις τιμές έχουν καταστήσει τα προϊόντα σε όλες τις κατηγορίες ακριβότερα από τα αντίστοιχα σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Σε αυτό συμφωνούν τα στελέχη της αγοράς.

Ανθεκτική ζήτηση παρά την ακρίβεια

Παρά τις υψηλές τιμές πάντως, που επιβεβαιώνονται τόσο από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον πληθωρισμό, ειδικά στα τρόφιμα, όσο και από τις έρευνες του ΙΕΛΚΑ, η ζήτηση παραμένει ανθεκτική, με ότι αυτό συνεπάγεται για τις στρατηγικές των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τις μετρήσεις της NielsenIQ για το 2023 υπήρξε διάχυτη η ανησυχία ότι οι αυξήσεις των τιμών θα οδηγήσουν σε μείωση της κατανάλωσης, κάτι που δε συνέβη, καθώς η ζήτηση παρέμεινε σταθερή. Φέτος, οι άνθρωποι της αγοράς, προφανώς ορμώμενοι από το περσινό αποτέλεσμα, προβλέπουν σε μεγάλο βαθμό σταθερότητα, με 1 στους 5 να προβλέπει ανάπτυξη μεγαλύτερη του 2%.

Τα στελέχη της αγοράς ανησυχούν για τη ζήτηση όσο μειώνεται η αγοραστική δύναμη αλλά και για τον εντεινόμενο κρατικό έλεγχο της αγοράς. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της NielsenIQ, λιγότερο ανησυχούν οι επιχειρήσεις του λιανεμπορίου τροφίμων για τον πληθωρισμό και το κόστος παραγωγής.

By