Κυριακή, 4 Οκτωβρίου, 2026

Τα τρομερά παιδιά του Ιβάν: Η φουρνιά που περίμενε 60 χρόνια η Ελλάδα

Αρκεί να έβλεπε κανείς τα συνοφρυωμένα πρόσωπα των Ελλήνων παικτών λίγο μετά το τελευταίο σφύριγμα στην κατάμεστη από κόσμο Τούμπα για να καταλάβει τι σημαίνει νέα Εθνική του Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Η Ελλάδα είχε μόλις φέρει 2-2 με την Ολλανδία, παραμένοντας αήττητη και διατηρώντας την πρώτη θέση στον όμιλο της League A του Nations League με επτά βαθμούς έναντι πέντε των Ολλανδών και τεσσάρων των Γερμανών. Kι όμως, οι παίκτες της έμοιαζαν απογοητευμένοι.

Και αυτό γιατί είχαν προλάβει να πάνε στα αποδυτήρια προηγούμενοι 2-0, καταφέρνοντας δηλαδή να κοιτάξουν για ένα ολόκληρο ημίχρονο στα μάτια μία από τις ιστορικές δυνάμεις του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου – και τώρα έφευγαν απογοητευμένοι που άφησαν τον απόλυτο θρίαμβο να τους φύγει μέσα από τα χέρια. Αυτό ακριβώς, όμως, αποδεικνύειότι ο προπονητής Ιβάν Γιοβάνοβιτς δεν έμαθε την Εθνική μας μόνο να κερδίζει, αλλά την έκανε να θεωρεί φυσιολογικό πως μπορεί να τα βάλει -και να τα βγάλει πέρα- με τα λεγόμενα μεγαθήρια. Αλλωστε το «θαύμα», αν επιμένουμε να το αποκαλούμε έτσι, δεν συνέβη μέσα σε μία νύχτα.

Ο Γιοβάνοβιτς παρέλαβε μια Εθνική που επί χρόνια έψαχνε όχι μόνο προπονητή και αγωνιστική ταυτότητα, αλλά έναν λόγο για να πιστέψει ξανά στον εαυτό της, και άρχισε σταδιακά να την κατασκευάζει, με εκείνον τον χαρακτηριστικά ήρεμο τρόπο του, χωρίς μεγαλόστομες διακηρύξεις. Ηθελε ποδόσφαιρο, κατοχή όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν, ταχύτητα στις μεταβάσεις, πίεση, παίκτες που δεν θα φοβούνταν να ζητήσουν την μπάλα και, πάνω απ’ όλα, μια Εθνική που δεν θα κατέβαινε στο γήπεδο έχοντας ως πρώτο στόχο να περιορίσει τις ζημιές. Τα πρώτα, άκρως αισιόδοξα δείγματα δεν άργησαν να φανούν με το 2-1 επί της Αγγλίας στο Γουέμπλεϊ τον Οκτώβριο του 2024. Ακολούθησε το επιβλητικό 3-0 επί της Σκωτίας τον Μάρτιο του 2025 στο Χάμπντεν Παρκ, που έφερε την Ελλάδα για πρώτη φορά στη League A, με τον τότε 17χρονο Κωνσταντίνο Καρέτσα να σκοράρει σε μια βραδιά που έμοιαζε ήδη με τελετή ενηλικίωσης μιας ολόκληρης γενιάς.

Και όταν η κλήρωση έφερε απέναντι στην Εθνική τις δύσκολες Γερμανία, Ολλανδία και Σερβία, η ίδια η UEFA περιέγραφε την πρώτη ελληνική παρουσία στην κορυφαία κατηγορία ως το δυσκολότερο τεστ αυτής της ανερχόμενης φουρνιάς. Μόνο που τα παιδιά μεγάλωσαν γρηγορότερα απ’ όσο περιμέναμε, πιεζόμενα προφανώς από τις συνθήκες.

Η νύχτα που άλλαξε το μέτρο

Το πρώτο πραγματικό τεστ -και ίσως το πιο αποκαλυπτικό- ήταν το Βελιγράδι. Η Σερβία βρέθηκε να προηγείται μόλις στο 4ο λεπτό και σε παλιότερες εκδοχές της Εθνικής ένα τέτοιο γκολ εκτός έδρας θα μπορούσε να μετατρέψει το παιχνίδι σε επιχείρηση επιβίωσης. Η Ελλάδα όμως, σε αντίθεση με το παρελθόν, δεν έδειξε να πανικοβάλλεται. Συνέχισε να παίζει. Ο Χρήστος Τζόλης ισοφάρισε στο 74’ και στο 90+5’ ο Τάσος Δουβίκας έγραψε το 1-2. Ακόμα και η ίδια η UEFA καταγράφει το 1-2 του Βελιγραδίου ως την πρώτη πράξη αυτής της εντυπωσιακής εκκίνησης, με τους ξένους προπονητές να επισημαίνουν ότι η βασική ένδειξη για το διαφορετικό, νέο πρόσωπο της Εθνικής δεν ήταν ότι νίκησε, αλλά ο τρόπος που το έκανε.

Η ομάδα του Γιοβάνοβιτς αρχίζει να απομακρύνεται από μια παλιά ελληνική ποδοσφαιρική ιδέα που ήθελε την επιτυχία απέναντι σε ισχυρότερο αντίπαλο απλώς προϊόν αυτοθυσίας και ευτυχούς συγκυρίας. Εν προκειμένω οι παίκτες, αν και μικροί σε ηλικία, αλλά δοκιμασμένοι στα άκρως απαιτητικά γήπεδα της Ευρώπης, έδειξαν ταυτότητα και αυτοπεποίθηση απαιτώντας και διεκδικώντας το αποτέλεσμα – και η τελική επιβράβευση δεν έμοιαζε με κλοπή αλλά με δικαίωση. Οταν, επομένως, τρεις μέρες αργότερα, στο Αουγκσμπουργκ, η Ελλάδα άλλαξε γραμμή πλεύσης επιδεικνύοντας προσαρμογή στις άκρως απαιτητικές συνθήκες, ήταν προφανές ότι αυτή η Εθνική δεν είναι τυχαία: έχει στρατηγική, άμυνα και σχέδιο.

Οι Γερμανοί είχαν τις περισσότερες ευκαιρίες, ο Καρίμ Αντεγέμι απείλησε, ο σχεδόν πάντα εξαιρετικός Κωνσταντής Τζολάκης χρειάστηκε να επέμβει επανειλημμένα -μεταξύ άλλων, απέναντι στον Αντεγέμι και στον Κοντέ-, αλλά η Ελλάδα έμεινε μέσα στο παιχνίδι, με τις γραμμές της κοντά και με την αξιοθαύμαστη αίσθηση ότι ακόμη και όταν ο αντίπαλος είχε την κατοχή, δεν έχανε τον έλεγχο. Και στο 74’ ο Δημήτρης Κουρμπέλης βρέθηκε εκεί όπου έπρεπε γράφοντας το 0-1. Το σπουδαιότερο, όμως, ήταν ότι η νίκη κατά της Γερμανίας ήταν εκτός έδρας και απέναντι στη νέα ομάδα του Γιούργκεν Κλοπ.

Η νέα ελληνική «τάξη» της Ευρώπης

Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό ενδιαφέρον αυτής της Εθνικής, γιατί ο Γιοβάνοβιτς είχε την τύχη -αλλά και την ευφυΐα- να την αναγνωρίσει από νωρίς: κατάφερε να εντοπίσει και να έχει στη διάθεσή του μια ολόκληρη συστάδα ποδοσφαιριστών διαφορετικών χαρακτηριστικών που ωριμάζουν περίπου την ίδια στιγμή. Το πιο θεαματικό και αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι ο πολυσυζητημένος Καρέτσας. Στα 18 του, μετά την Γκενκ, βρίσκεται πλέον στην Μπορούσια Ντόρτμουντ με συμβόλαιο μέχρι το 2031, έχοντας ολοκληρώσει την προηγούμενη σεζόν στο Βέλγιο με 11 ασίστ στο πρωτάθλημα και έχοντας ήδη δημιουργήσει γύρω του την αίσθηση ενός από τα περιζήτητα επιθετικά ταλέντα της Ευρώπης.

Κλείσιμο
Το πλέον σημαντικό ωστόσο στον Καρέτσα δεν είναι η ηλικία ή η χρηματιστηριακή του αξία, αλλά ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τον χώρο: παίζει ανάμεσα στις γραμμές, γυρίζει γρήγορα με πρόσωπο προς την εστία, βλέπει κάθετη πάσα εκεί όπου άλλοι αναγνωρίζουν απλώς αντιπάλους και εμπόδια και, κυρίως, διαθέτει εκείνη τη σπάνια ιδιότητα του δημιουργικού παίκτη που δεν ζητά άδεια από το παιχνίδι για να αυτοσχεδιάσει. Δίπλα του ο άτυχος στον τελευταίο αγώνα με την Ολλανδία Χρήστος Τζόλης, που αντιπροσωπεύει μια διαφορετική διαδρομή. Δεν είναι πια το wonderkid που έφυγε από τον ΠΑΟΚ με ολόκληρο το βάρος της προσδοκίας πάνω του: πέρασε από δυσκολίες, ξαναέχτισε τον εαυτό του και έφτασε αυτό το καλοκαίρι στην πρωταθλήτρια Αγγλίας Αρσεναλ έπειτα από μια σπουδαία περίοδο στην Κλαμπ Μπριζ.

Πραγματικά, δεν θα μπορούσε να υπάρξει αντιπροσωπευτικότερο δείγμα για το τι σημαίνει σύγχρονο ποδόσφαιρο από τον Τζόλη: μπορεί να επιταχύνει μια επίθεση χωρίς να χρειάζεται να ακολουθήσει ολόκληρη η ομάδα και με το που παίρνει την μπάλα αλλάζει όλη η φάση. Η πιο αθόρυβη δύναμη από όλους, όμως, είναι ο Τζολάκης. Δεν είχε καν κλείσει τα 23, όταν έχοντας μόλις πάρει το πανεπιστημιακό πτυχίο του, άφησε τον Ολυμπιακό για τη Χαλ, η οποία πλήρωσε ποσό-ρεκόρ για τα δεδομένα της προκειμένου να τον αποκτήσει εν όψει της επιστροφής της στην Premier League και στο Αουγκσμπουργκ καταλάβαινε κανείς τους λόγους: έχει ύψος, ψυχραιμία, σωστή θέση και κάνει τις σπουδαίες αποκρούσεις του να μοιάζουν κάτι φυσικό. Είναι βασικό, λοιπόν, ο τερματοφύλακας μιας Εθνικής με χαρακτήρα να μεταδίδει την πεποίθηση ότι δύσκολα μπορεί να παραβιάσει κανείς την εστία του.

Επίσης, υπάρχει ο εξαιρετικός αριστεροπόδαρος στόπερ, μόλις 22 ετών, Κωνσταντίνος Κουλιεράκης, παίκτης πλέον της Ρόμα μετά τον ΠΑΟΚ και τη Βόλφσμπουργκ, με 22 ήδη συμμετοχές στην Εθνική. Και μην ξεχνάμε φυσικά τον πολυτάλαντο Χρήστο Μουζακίτη, έναν χαφ γεννημένο μόλις το 2006, με το (πανίσχυρο) αριστερό πόδι και την καθαρότητα στην πρώτη πάσα. Για να μη μιλήσουμε για τον φοβερό και τρομερό Μπάμπη Κωστούλα της Μπράιτον, γεννημένο το 2007. Και τι να πει κανείς για τον Χρήστο Ζαφείρη, το σύγχρονο οκτάρι που συνδέει γραμμές και μπορεί να καλύψει μέτρα, τον Γιώργο Βαγιαννίδη που στάθηκε επάξια σε όλες τις γραμμές του γηπέδου, τον Γιάννη Μιχαηλίδη και για όλη αυτή τη δεξαμενή ποδοσφαιριστών που κάνει τον ομοσπονδιακό τεχνικό να διαθέτει βάθος στο ρόστερ και να βασανίζεται από τη σπαζοκεφαλιά του ποιον να βάλει και ποιον ν” αφήσει. Και πίσω από αυτούς υπάρχουν φυσικά ο Ντίνος Μαυροπάνος, ο Παναγιώτης Ρέτσος, ο Κώστας Τσιμίκας, ο Βαγγέλης Παυλίδης, ο Ιωαννίδης, ο Δουβίκας.

Αυτή, επομένως, είναι η πραγματική διαφορά ανάμεσα στην παλιότερη Εθνική που διέθετε έναν ή δύο παίκτες σε μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, γύρω από τους οποίους προσπαθούσε να κατασκευάσει έναν κορμό, ενώ τώρα διαθέτει διαφορετικά προφίλ, διαφορετικές σχολές και, το σημαντικότερο, ευγενή άμιλλα, που φαίνεται να συνδέει όλα τα παιδιά που ξέρουν να σέβονται τους όρους του παιχνιδιού, χωρίς βεντετισμούς – και κυρίως ο ένας τον άλλον.

Ο σοκαριστικός τραυματισμός του επιθετικού της Αρσενάλ Χρήστου Τζόλη, ο οποίος δεν ήθελε με τίποτα να αποχωρήσει από το γήπεδο, αποκαλύπτοντας τη θέληση των παικτών να προσφέρουν σε αυτή την Εθνική, σε άλλες εποχές θα είχε προκαλέσει ανυπολόγιστα δράματα, αφού πρόκειται πραγματικά αν όχι για τον κορυφαίο, έναν από τους κορυφαίους επιθετικούς μας. Επειδή ακριβώς όμως για πρώτη φορά διαθέτουμε μια βεντάλια επιθετικών έτοιμων να προσφέρουν τον καλύτερο εαυτό τους, υπήρχε εναλλακτική. Ενδεχομένως, σε άλλες εποχές θα άλλαζε ακόμα και το προπονητικό σχέδιο, αλλά εδώ απλώς στη θέση του Τζόλη μπήκε ένας άλλος κορυφαίος παίκτης, όπως είναι ο Γιώργος Μασούρας, ο οποίος δεν άργησε να βάλει το γκολ που δημιούργησε ο σκόρερ του πρώτου γκολ Φώτης Ιωαννίδης.

Η Ελλάδα πήγε στα αποδυτήρια προηγούμενη 2-0 απέναντι στην Ολλανδία ύστερα από ένα πρώτο ημίχρονο χωρίς πλέον να διαθέτει την ψυχολογία του αουτσάιντερ. Παρότι οι Ολλανδοί επέστρεψαν ως η πανίσχυρη ομάδα που όλοι ξέρουμε με τον Βίρτζιλ Φαν Ντάικ να μειώνει και τον Τιγιάνι Ρέιντερς να ισοφαρίζει στο 89’, κράτησε όσο μπορούσε στα τελευταία λεπτά την άμυνα, δείχνοντας συνέπεια και ωριμότητα παρά την κούραση και τις αστοχίες.

Εμαθε να υποφέρει

Σημαντικό είναι ότι πλέον τα παιδιά του Γιοβάνοβιτς έχουν πίστη και, το βασικότερο, καλή ψυχολογία και διάθεση αλληλεγγύης. Ο Καρέτσας μπορεί να αυτοσχεδιάζει επειδή ξέρει ότι κάποιος καλύπτει τον χώρο πίσω του, ενώ οΤζόλης μπορούσε -τουλάχιστον μέχρι τον τελευταίο αγώνα- να ρισκάρει επειδή η ομάδα γνωρίζει πώς θα αντιδράσει όταν χαθεί η μπάλα. Ο Παυλίδης και ο Ιωαννίδης δεν είναι δύο διαφορετικές λύσεις για την ίδια θέση, αλλά δύο διαφορετικοί τρόποι να παίξει η Εθνική.Ο Μασούρας μπορεί να μπει από τον πάγκο και να γίνει πρωταγωνιστής. Και αυτό τελικά σημαίνει ομάδα, που καθιστά την πρώτη θέση μας διόλου τυχαία και σε καμία περίπτωση στατιστικό ατύχημα: τρία παιχνίδια στην πρώτη ιστορικά συμμετοχή της Ελλάδας στη League A, επτά βαθμοί, νίκες μέσα στη Σερβία και τη Γερμανία και ισοπαλία με την Ολλανδία. Μια ομάδα που χρειάστηκε να επιτεθεί στο Βελιγράδι και το έκανε, να υποφέρει στο Αουγκσμπουργκ και άντεξε, να παίξει στα ίσα με την Ολλανδία και να τη φέρει στα όριά της.

Παρότι κανείς δεν ξέρει πού θα τελειώσει αυτή η διαδρομή, αφού έχουμε δεύτερη αναμέτρηση με τη Γερμανία, τον Νοέμβριο το εκτός έδρας με την Ολλανδία και το φινάλε με τη Σερβία στον Βόλο, ξέρουμε για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει αυτή η ομάδα. Και τα παιδιά του Γιοβάνοβιτς είναι διατεθειμένα με κάθε τρόπο να δείξουν ότι δεν πρόκειται για θαύμα, αλλά για δικαίωση ταλέντου, μόχθου, δουλειάς και μιας σχηματισμένης ήδη γαλανόλευκης ταυτότητας τόσο στο γήπεδο όσο και έξω από αυτό.

By