Συνέπεια ή ακαμψία; Στάση ευθύνης ή αδιάλλακτο πείσμα; Προσήλωση στις αρχές του ή δυσκολία προσαρμογής σε έναν κόσμο που αλλάζει; Στα 75 του χρόνια ο Αντώνης Σαμαράς επιμένει ότι δεν θυσιάζει τη συνείδησή του. Σεβαστό.
Αλλά η ζωή είναι δύσπιστη απέναντι στις παθιασμένες προθέσεις βετεράνων πολιτικών. Οσων από αυτούς πιστεύουν ότι η πολιτική αγαπά τους επιζώντες της. Εκείνων των παλαίμαχων μιας μακράς πολιτικής διαδρομής που εξακολουθούν με φθαρμένα στον χρόνο κλισέ να υποδύονται πως συνομιλούν με το παρόν. Ακόμη κι όταν αυτό δείχνει ανυπόμονο να τους προσπεράσει.
Πριν διαπράξουν τα ίδια παλιά, μοιραία τους σφάλματα.
Ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς δεν εμφανίστηκε στην εφαρμογή TikTok για να πρωτοτυπήσει. Η παρουσία του με γκρίζα μαλλιά, λευκό πουκάμισο στη χαλαρή κουβέντα με τον διευθυντή του γραφείου Τύπου του δεν αποσκοπούσε να συνεγείρει το νεανικό κοινό της Gen Z που παρακολουθεί τη συγκεκριμένη ψηφιακή πλατφόρμα ψυχαγωγίας.
Στα δύο σκηνοθετημένα βίντεο του λογαριασμού του ο ίδιος προβλήθηκε σαν παλιά συνήθεια. Σαν μια γνώριμη αλλά κουρασμένη φωνή που επανέρχεται διεκδικώντας να ακούγεται δυναμική, τη στιγμή που όλοι πιστεύουν πως η συζήτηση έχει ήδη αλλάξει θέμα.
Σύμφωνα με τους πιο έμπειρους θεατές της συγκεκριμένης παράστασής του στο δημοφιλές TikTok, στόχευε να διαμορφώσει μια σύντομη αποτίμηση της δικής του πολιτικής διαδρομής, παρουσιάζοντας τις επιλογές που υποστηρίζει ως συνεπείς με τις αρχές της παράταξης. Ωστόσο, αυτή η επίδειξη παραταξιακής ευαισθησίας δύσκολα κουκούλωνε την επιθυμία του να δρομολογήσει το πρώην κόμμα του ως όχημα προσωπικής καθοδήγησης.
Επί της ουσίας αξίωνε να διατηρήσει ισχυρή πολιτική επιρροή, να ορίσει το μέτρο της συνέχειας και να επηρεάσει τη στρατηγική του. Ισχυρίστηκε ότι αυτός «καλά τής τα ’λεγε» της κυβέρνησης και εκείνη όχι μόνο δεν τον άκουγε, αλλά έκανε τα αντίθετα στα θέματα του γάμου των ομοφύλων, την εξωτερική πολιτική, την ακρίβεια, τους μικρομεσαίους.
Παρέκαμψε ότι το κυβερνών κόμμα έχει δημοκρατικά εκλεγμένη από τη βάση ηγεσία, η οποία σχεδιάζει υπεύθυνα πολιτική. Προσπέρασε ακόμη το γεγονός ότι ο ίδιος έχει διαγραφεί από αυτό, σε στυλ «δηλαδή εγώ έφταιγα που η κυβέρνηση πήγε από το 40% στο 20% στις δημοσκοπήσεις;».
Απέδωσε περιφρονητικά τον συλλογισμό ότι η διαγραφή του δικαιολογείται επειδή θέλει να φτιάξει δικό του κόμμα για να απομειώσει το εκλογικό ποσοστό της Ν.Δ. σε παραληρηματικά επιχειρήματα -πού τα θυμήθηκε;- του προέδρου του Εδεσσαϊκού.
«Ο,τι πεις, αρχηγέ»! Στην πραγματικότητα προσπέρασε αμέριμνος το θεμελιώδες αξίωμα ότι η πολιτική δεν απονέμει μετάλλια στην εκδηλωμένη εμμονή. Αντίθετα, προσφέρει στην πολιτική ξεροκεφαλιά μια δυσβάσταχτη μορφή μοναξιάς στον δημόσιο χώρο, την οποία ο ίδιος βίωσε μακρόχρονα με πικρία και στεναγμούς στο παρελθόν.
Η αρχή της περιπλάνησης
Για εφτά ολόκληρα χρόνια, από το 1997 έως το 2004, διένυσε μια «πολιτική έρημο», όπως περιέγραφε τη δοκιμασία του εκτός πολιτικού προσκήνιου. Είχε προηγηθεί η απόσχιση και η διαγραφή του από τη Νέα Δημοκρατία, η ίδρυση δικού του πολιτικού φορέα και η εν πλήρη επιγνώσει του ανατροπή της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Οταν ο πια ο αρχικός ενθουσιώδης θόρυβος του κρινόμενου ως σοβινιστικού και μονοθεματικού κόμματός του καταλάγιασε και έμεινε τα τρία επόμενα χρόνια έκτος Βουλής και Ευρωβουλής, ξεκίνησε και η περιπλάνηση του αρχηγού του στην πολιτική ερημιά. Από εκείνο το μεσημέρι της 30ής Ιουνίου 1993, όταν ανακοίνωνε την ίδρυση της Πολιτικής Ανοιξης από το Ballroom της «Μεγάλης Βρεταννίας» και τις εξαγγελίες του περί «υπέρβασης» είχαν απομείνει πλέον μόνο συντρίμμια. Τα γραφεία του κόμματος επί της οδού Κανάρη 7, κοντά στην πλατεία Κολωνακίου αποψιλώθηκαν.
Οι στενοί συνεργάτες του σκόρπισαν και επέστρεψαν στην αυθεντική κομματική κοιτίδα τους, οι μουσαφίρηδες γύρισαν στην πολική αφάνεια από την οποία προέρχονταν. Το προσωποπαγές πολιτικό του εγχείρημα καταδικάστηκε σύντομα από τον κόσμο της παράταξής του την όποια πλήγωσε προκαλώντας της βαθύ εσωτερικό τραύμα.
Του χρέωναν την πτώση της δικής τους εκλεγμένης κυβέρνησης της Ν.Δ., ύστερα από μια δεκαετία παντοδυναμίας του ΠΑΣΟΚ. Οι ψηφοφόροι αποδείχτηκαν αμείλικτοι στις κάλπες τιμωρώντας τον συνδυασμό ματαιοδοξίας και αγνωμοσύνης. Στο απόγειο της φούριας της, στις εθνικές εκλογές του 1993, η Πολιτική Ανοιξη πλήττοντας τη Ν.Δ. και συμβάλλοντας στην εκλογική της ήττα συγκέντρωσε το 4,88% των ψήφων και εξέλεξε 10 βουλευτές.
Πρόλαβε, μαζί με το ΠΑΣΟΚ, να υποστηρίξει και να εκλέξει στην τρίτη ψηφοφορία της Βουλής Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Κωστή Στεφανόπουλο, τον Μάρτιο του 1995. Ομως, έναν χρόνο αργότερα, εισέπραξε ένα σκληρό εκλογικό χαστούκι: Στις εκλογές του 1996 έλαβε μόλις το 2,94% των ψήφων κι έμεινε εκτός Βουλής.
Το πολιτικό στοίχημά του είχε οικτρά αποτύχει. Ο ίδιος έμεινε πλέον πολιτικά απομονωμένος στο σπίτι του στην Κηφισιά και στο εξοχικό του στο Λουτράκι. Ο αεικίνητος χαρακτήρας αλλά και ο διογκωμένος εγωισμός του ασφυκτιούσαν στους τέσσερις τοίχους. Αγνάντευε τότε από το οικιακό γραφείο του το απέναντι κρεμασμένο φωτογραφικό πορτρέτο του ντυμένου με φουστανέλα Αντώνη Μπενάκη. Του μικρότερου αδελφού της προγιαγιάς του Πηνελόπης Δέλτα, η οποία στο λογοτεχνικό ταξίδι της στην παιδική ηλικία και τις αναμνήσεις που τη συνόδευαν τον είχε χρίσει ήρωα του αυτοβιογραφικού βιβλίου της «Τρελαντώνης».
Το 2000, το σε αποδρομή και υπό οριστική αναστολή της λειτουργίας κόμμα του δεν συμμετείχε στις εκλογές. Το επερχόμενο τέλος του σφραγιζόταν ανεξίτηλα. Ηταν τα χλωμά φεγγάρια που ο αρχηγός του είχε προσφύγει στα δικαστήρια, όταν ο επίτιμος πρόεδρος της Ν.Δ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε καταγγείλει τη δημιουργία της Πολιτικής Ανοιξης ως προϊόν «πολιτικής εξαγοράς» με αποκλειστικό στόχο την πτώση της κυβέρνησής του.
Η επιστροφή
Εκείνη την εποχή, στην αυγή του 21ου αιώνα, κάθε χαραμάδα επιστροφής του Σαμαρά στη Ν.Δ. φάνταζε αδύνατη. Οι πόρτες της οδού Ρηγίλλης έμοιαζαν ερμητικά σφαλισμένες και κλειδαμπαρωμένες. Τις άνοιξε ο νέος πρόεδρος του κόμματος Κώστας Καραμανλής, προσφέροντάς του δραπέτευση από την πολυετή πολιτική του καραντίνα. Ο «κατ’ οίκον πολιτικός περιορισμός» του τερματίστηκε ανακουφιστικά.
Λίγοι θυμούνται, κατά την κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του 2004 της Ν.Δ. στην Καλαμάτα, το τεράστιο πανό που δέσποζε στην κεντρική πλατεία της πόλης απέναντι από την εξέδρα από όπου θα μιλούσε ο Καραμανλής. Εγραφε φαρδιά πλατιά: «Κώστα και Αντώνη, η Ελλάδα σάς ενώνει». Ο θερμός εναγκαλισμός των δύο ανδρών εκείνη την πρώιμα ανοιξιάτικη νύχτα δεν προμήνυε απλώς την επιστροφή του Σαμαρά στη Ν.Δ. Την προσυπέγραφε σε δημόσια θέα.
H πλήρης επανένταξή του στο κόμμα σηματοδοτήθηκε με τη συμμετοχή του στο ψηφοδέλτιο της Ν.Δ. στις ευρωεκλογές του Ιουνίου του 2004. Μερικές εβδομάδες αργότερα, στο 6ο Συνέδριο της Ν.Δ. που διεξαγόταν σε πανηγυρικό κλίμα, αφού τον Μάρτιο το κόμμα είχε κερδίσει τις εθνικές εκλογές, ο ευρωβουλευτής Σαμαράς πλέον εμφανιζόταν συγκινημένος ενώπιον του κομματικού ακροατηρίου των 4.500 συνέδρων.
Ο στιγματισμένος ως «προδότης» της παράταξης, απαξιωμένος ως «υπονομευτής και ανατροπέας» της κυβέρνησης Μητσοτάκη, γινόταν επίσημα αποδεκτός ως «άσωτος υιός» που γύριζε σπίτι του. Στον επόμενο τόνο θα επανεκλεγόταν το 2007 βουλευτής -πού αλλού;- στη Μεσσηνία και θα συμμετείχε στο κυβερνητικό σχήμα ως υπουργός Πολιτισμού. Το κυρίαρχο, όμως, ήταν ότι είχε θυσιαστεί εσωκομματικά για χάρη του ο «μόσχος ο σιτευτός».
Τον καλοδεχτήκαν και του πρόσφεραν πάλι την κομματική ταυτότητα που είχε απαρνηθεί. Γεγονός που σε στυλ περασμένα-ξεχασμένα και κάμποσες παρασκηνιακές μεθοδεύσεις μετέτρεψε τον πρώην εξοστρακισμένο εκτός της Νέας Δημοκρατίας, από αποσυνάγωγο σε δελφίνο.
Τον εισήγαγε με αξιώσεις στον προθάλαμο της ανάληψης της κομματικής ηγεσίας μετά την αποχώρηση του Κώστα Καραμανλή. Οπως και τελικά συνέβη μετά την ήττα του τελευταίου στις εκλογές του 2009. Ο Αντώνης Σαμαράς επικράτησε στην εσωκομματική αναμέτρηση με την Ντόρα Μπακογιάννη.
Για τους υποστηρικτές του η νίκη του ήταν απόδειξη της εδραίας συμμετοχής του στον πυρήνα της ψυχής της παράταξης και δικαίωση της κάθε προηγούμενης ανένδοτης στάσης του. Το ότι αποσύρθηκε από τη διεκδίκηση της ηγεσίας του κόμματος ο Δημήτρης Αβραμόπουλος στηρίζοντας τη δική του υποψηφιότητα ήταν επουσιώδης λεπτομέρεια.
Τι κι αν ως αμετακίνητη πολιτική μέθοδος είτε εξ ιδιοσυστασίας το πείσμα του Αντώνη Σαμαρά προδιέγραφε ανέκαθεν ένα κλίμα αντιπαράθεσης έως κατεδαφιστικής ρήξης στο εσωτερικό του κόμματος της Ν.Δ.;
Σχεδόν κανείς δεν υποψιαζόταν ότι στην πολιτική και ηλικιακή ωριμότητά του ο πρώην ηγέτης του κόμματος θα αμφισβητούσε την τρέχουσα αφήγηση, εικόνα και κατεύθυνσή της υπό άλλον αρχηγό και εκλεγμένο πρωθυπουργό.
Δηλητηριώδη βέλη
Με οξυμένο το συγκρουσιακό του ένστικτο και μάλλον θιγμένος που δεν συγκυβερνά -αν και στην εξουσία δεν υπάρχει συγκατοίκηση-, σε συνέντευξή του στο «Βήμα» εξαπέλυσε τον Νοέμβριο του 2024 ολομέτωπη επίθεση στην κυβέρνηση και στον Κυριάκο Μητσοτάκη για την πολιτική του. Εκτόξευσε δηλητηριώδη βέλη εναντίον τους με έμφαση στα Ελληνοτουρκικά. Αποκήρυξε τα «ήρεμα νερά» ως βέβαιη προϋπόθεση για μελλοντικές «φουρτούνες».
Ζήτησε εμμέσως πλην σαφώς την εκπαραθύρωση του υπουργού Εξωτερικών, διαστρεβλώνοντας τις δηλώσεις του. Κατηγόρησε ανοίκεια τον πρωθυπουργό ότι δήθεν «χαριεντίζεται» με τον «Τούρκο πειρατή» Ερντογάν και τον Αλβανό Ράμα.
Πρότεινε επίσης για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Κώστα Καραμανλή με ύφος που σχεδόν υποδείκνυε ότι η Βουλή όφειλε να αποφανθεί υπέρ της επιλογής του. Θεωρήθηκε τουλάχιστον άκομψο να εισηγείται δημόσια την ανάληψη του κορυφαίου πολιτειακού αξιώματος από ένα εξέχον μέλος της παράταξης προτού διερευνήσει τις προθέσεις του ίδιου. Πόσο μάλλον όταν η πρότασή του έτεινε να προκαταλάβει τις προθέσεις του πρωθυπουργού πολύ πριν ο τελευταίος τις εκφράσει.
Η αλήθεια είναι ότι παλιότερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Αντώνης Σαμαράς διατηρούσαν αρμονική συνάφεια, χωρίς αυτή να προϋποθέτει και ιδανική χημεία μεταξύ τους. Εξάλλου, ο πρώην πρωθυπουργός ήταν αυτός που υπουργοποίησε για πρώτη φορά τον νυν, αναθέτοντάς του, το 2013, εν μέσω των αφόρητων πιέσεων της τρόικας, το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Επιπλέον, το σημαντικότερο, τον στήριξε στην εσωκομματική αναμέτρηση με συνυποψήφιο για τη κομματική ηγεσία τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη.
Οι σχέσεις των δύο ανδρών δεν διαταράχτηκαν ακόμη και όταν στο 13ο συνέδριο του κόμματος στα τέλη Νοεμβρίου του 2019 ο Σαμαράς απέκλινε ανοιχτά από την πολιτική Μητσοτάκη στα καίρια ζητήματα του Μεταναστευτικού και της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αυτή η διαφοροποίηση πολιτικής οπτικής δεν προδιέγραφε και γκρέμισμα των γεφυρών ανάμεσά τους.
Παγωμένο κλίμα
Φημολογείται όμως ότι ο Σαμαράς εκδήλωνε τη δυσαρέσκειά του επειδή, υποτίθεται, ο πρωθυπουργός τού είχε υποσχεθεί τη θέση του εκπρόσωπου της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μόνο που ο ίδιος φέρεται να ζητούσε ταυτόχρονα με τη θέση του επιτρόπου να γίνει και αντιπρόεδρος της Ε.Ε., θέση που ο Μητσοτάκης δεν μπορούσε να του εγγυηθεί, επειδή θεσμικά το πρόσωπο για το συγκεκριμένο πόστο επιλέγεται μονομερώς και διορίζεται από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Τελικά, αντ’ αυτού πρότεινε για επίτροπο τον Μαργαρίτη Σχοινά, ο οποίος στη συνέχεια ορίστηκε αντιπρόεδρος στην Ε.Ε. Διέθετε, άλλωστε, 30 χρόνια εμπειρίας και καριέρας στους κόλπους της Κομισιόν και είχε διατελέσει την πενταετία 2014-2019 επικεφαλής εκπρόσωπος Τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπό τον Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ.
Η εξέλιξη των πραγμάτων λέγεται ότι προκάλεσε δυσφορία στον Μεσσήνιο πρώην πρωθυπουργό.
Παρ’ όλα αυτά, η επαφή του με το Μέγαρο Μαξίμου διατηρήθηκε ήρεμα ισόρροπη και ομαλά διαχειρίσιμη. Οσο διατελούσε γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού ο Γρηγόρης Δημητριάδης, τα σχεδόν καθημερινά αιτήματά του για διάφορες διευκολύνσεις εξυπηρετούνταν παραπάνω από ικανοποιητικά.
Προφανώς με πρωθυπουργική εντολή. Πρόθυμα συνεργάσιμη στο Μαξίμου ήταν απέναντί του και η συμπεριφορά του υπουργού Επικρατείας Σταύρου Παπασταύρου, που υπήρξε στενός συνεργάτης του. Οταν και αυτός αποχώρησε από το πρωθυπουργικό γραφείο της οδού Ηρώδου Αττικού, το σκηνικό επικοινωνίας άλλαξε, σκιάστηκε και ψυχράνθηκε. Από περίπου αποδεκτά χλιαρό μετατράπηκε σε παγωμένο σε δημόσια θέα.
Στο πλαίσιο της εκδήλωσης του Ινστιτούτου Καραμανλή στη Φιλοθέη, ο νυν και ο πρώην πρωθυπουργός από την ίδια παράταξη κράτησαν αποστάσεις, καθώς χώριζε τις θέσεις τους ένας διάδρομος. Στα εγκαίνια του Σπιτιού του Ελύτη περιορίστηκαν σε μια τυπική χειραψία χωρίς να συνομιλήσουν. Σταδιακά ο Σαμαράς άρχισε να αφήνει αιχμές κατά των πολιτικών που εφάρμοζε ο Μητσοτάκης.
Να του ασκεί κριτική σε προσωπικό επίπεδο, ότι υιοθετεί τις «θέσεις του Ποταμιού». Να καυτηριάζει την υπό την ηγεσία του μετάλλαξη της Ν.Δ. σε «γαλάζιο ΣΥΡΙΖΑ» σε πολλά ζητήματα, όπως ο γάμος των ομόφυλων. Αναπόφευκτα, αυτή η διάσταση απόψεων προμήνυε αποξένωση και προανήγγελλε διαζύγιο.
Λανθασμένες προσδοκίες
Σε κάθε περίπτωση, ο Σαμαράς δεν ήταν ένα τυχαίος βουλευτής που μουρμούριζε, γκρίνιαζε ή τέλος πάντων διαφωνούσε. Οφειλε, κατά πολλούς στη Ν.Δ., να διατηρεί το κύρος ενός statesman. Υπήρξε, άλλωστε, επί 5,5 χρόνια πρόεδρος του κόμματός του και διετέλεσε πρωθυπουργός υπό τη σημαία και τα σύμβολά του.
Προηγουμένως, βέβαια, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στην περίοδο της κρίσης χρέους, είχε αβαντάρει τις αντιμνημονιακές πολιτικές εμφανιζόμενος λάβρος εναντίον της τρόικας στα Ζάππεια.
Ζάππειο1, Ζάππειο 2, Ζάππειο 3: Ο Αλέξης Τσίπρας υποσχόταν κατάργηση των μνημονίων, ο Αντώνης Σαμαράς μιλούσε για επαναδιαπραγμάτευση των όρων που έθεταν οι δανειστές. Μιλούσε για αποκατάσταση αδικιών στις χαμηλές συντάξεις και μείωση φόρων στις επιχειρήσεις – και όταν τον ρωτούσαν πού θα βρει τα λεφτά, απαντούσε απλώς ότι θα περιέκοπτε τη «γενικευμένη σπατάλη» στο Δημόσιο.
Τη στιγμή που η χώρα χρειαζόταν συναινέσεις για να βγει όσο γινόταν πιο σύντομα από την κρίση, όπως συνέβη άλλωστε με την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, εκείνος κατηγορούσε την κυβέρνηση Παπανδρέου ότι δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί δυναμικά με την τρόικα.
Είχε διαγράψει από το κόμμα την Ντόρα Μπακογιάννη που είχε ψηφίσει στη Βουλή το πρώτο μνημόνιο του 2010, ενώ με την καιροσκοπική και λαϊκιστικής πλειοδοσίας ρητορική του καλλιέργησε λανθασμένες προσδοκίες που ευνοούσαν τον έξαλλο αντιμνημονιακό συρφετό. Μερικοί από τους τότε συνομιλητές του, που υποτίθεται «μαγείρευαν» το εναλλακτικό αντίδοτο στη «λάθος συνταγή» του μνημονίου, άλλος για τους ΑΝ.ΕΛ. κίνησε και άλλος τράβηξε για τον ΣΥΡΙΖΑ.
Η Χρυσή Αυγή
Κατόπιν, όμως, ο ίδιος, ως εκλεγμένος πρωθυπουργός -ο 13ος στη σειρά από τη Μεταπολίτευση-, εφάρμοσε πιστά και απαρέγκλιτα το μνημόνιο που αρχικά αντιστρατευόταν. Υπερασπίστηκε τη σταθερότητα και την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη εφαρμόζοντας πολιτικές που αναιρούσαν τις προηγούμενες εξαγγελίες του. Ανασυγκρότησε, ακόμη, το φρόνημα της παράταξής του, καθώς δεν συνθηκολόγησε με τη ριζοσπαστική Αριστερά με τον τρόπο που αποδόθηκε στον «σιωπηλό» Κώστα Καραμανλή. Επιπλέον, του αναγνωρίζεται ότι με αποφασιστική πολιτική βούληση έσπασε το απόστημα της Χρυσής Αυγής.
Ξεκίνησε μια έρευνα που οδήγησε σε διώξεις, προφυλακίσεις και στη δίκη του νεοναζιστικού μορφώματος. Απέφυγε, όμως, τη βάσανο να εξηγήσει την αντίφαση, αν όχι τη πολιτική ακροβασία του, κατά τη μετάβαση από την αδιαλλαξία στον πραγματισμό.
Αρκέστηκε να δηλώσει «ουδείς αναμάρτητος». Φράση που δεν συνιστούσε ομολογία προσωπικής ενοχής ή ανάληψη ατομικής ευθύνης. Ή, τέλος πάντων, μια παραδοχή προσαρμογής στις ευθύνες της εξουσίας. Φάνηκε ότι τη χρησιμοποίησε απλώς ως εξυπηρετική απόδραση από την πολιτική κριτική. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το επιχειρούσε. Οι μεταστροφές και οι δεύτερες ευκαιρίες του υπηρετούσαν γι’ αυτόν μια αίσθηση πεπρωμένου.
Τριάντα πέντε χρόνια πίσω. Εκείνη την εποχή, στην είσοδο των 90s, ο κόσμος αλλάζει ραγδαία. Το διχαστικό Τείχος του αίσχους στο Βερολίνο έχει πέσει. Ο Ψυχρός Πόλεμος τερματίζεται ελπιδοφόρα. Τα αυταρχικά «λαϊκοδημοκρατικά» καθεστώτα της ανατολικής Ευρώπης καταρρέουν. Η πρώην Γιουγκοσλαβία κατακερματίζεται και διαλύεται στα εξ ων συνετέθη. Η άλλοτε κραταιά Σοβιετική Ενωση αποσυντίθεται και θα αποτελεί σύντομα μια ζοφερή ανάμνηση.
Η αναρρίχηση και ο γάμος
Στα κοσμογονικά εκείνα χρόνια, ο Αντώνης Σαμαράς, προτού καν κλείσει τα 40, έχει αρχίσει να σκαρφαλώνει στα κορυφαία κυβερνητικά πόστα. Υπουργός Οικονομικών στη συγκυβέρνηση του Τζαννή Τζαννετάκη και υπουργός Εξωτερικών στην οικουμενική του Ξενοφώντα Ζολώτα. Διατηρεί το ίδιο χαρτοφυλάκιο στην εκλεγμένη με 47% αλλά και με εύθραυστη αυτοδυναμία κυβέρνηση της Ν.Δ. του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Είναι ψηλός, αθλητικός, κολλεγιόπαις, Ολυμπιακός, απόφοιτος του Αμχερστ, διπλωματούχος του Χάρβαρντ, γόνος ιστορικής οικογένειας, τρισέγγονος του Εμμανουήλ Μπενάκη. Οι γονείς του, ο Κωνσταντίνος Σαμαράς και η Λένα Ζάννα, είναι κοινωνοί αστικής κουλτούρας, πολιτισμικής καλλιέργειας, επιστημονικής και φιλανθρωπικής προσφοράς.
Ο δευτερότοκος γιος τους (μεγαλύτερος είναι ο αρχιτέκτονας Αλέξανδρος) εκπέμπει αναμφίβολα γοητεία. Οχι με τη θεατρική έννοια. Ούτε υπό την αίγλη του βιογραφικού του. Ελκύει τη συμπάθεια ως διοπτροφόρος νέος με ευθυτενές παρουσιαστικό, πλατύ χαμόγελο, θεληματικότητα, ξέχειλη πολιτική φιλοδοξία και ανυπομονησία να κυβερνήσει τον τόπο. Εχει πάψει να θεωρείται περιζήτητος εργένης, καθώς τον Μάιο του 1990 παντρεύεται τη Γεωργία Κρητικού. Η νύφη είναι πτυχιούχος πολιτικός μηχανικός και κόρη του επιχειρηματία της βιομηχανίας Κύκνος, Ακη Κρητικού.
Το ερωτευμένο ζευγάρι ενώνεται ενώπιον του Θεού στην Πύλο με χιλιάδες καλεσμένους. Εκεί, στην πατρίδα του συνονόματου παππού του Αντώνη, πολύτεκνου με 11 παιδιά μπακάλη, στήνεται διήμερο γαμήλιο γλέντι. Για χάρη του νεόνυμφου ζευγαριού τραγουδούν η Μαρινέλλα και ο κουμπάρος τους Μανώλης Μητσιάς υπό τις πενιές του Γιώργου Ζαμπέτα. Ο γαμπρός είναι κιόλας εκλεγμένος, διόλου τυχαία, με το ψηφοδέλτιο της Ν.Δ. στον Νομό Μεσσηνίας από το 1977. Στα 26 του χρόνια έχει γίνει ο νεότερος βουλευτής στη Ελληνικό Κοινοβούλιο. Στο πολιτικό του προφίλ, άλλωστε, συγκεράζονται δύο οικογενειακές πολιτικές παραδόσεις.
Ο αδελφός του διακεκριμένου καρδιολόγου πάτερα του, ο πολιτικός μηχανικός Γιώργος Σαμαράς είχε διατελέσει βουλευτής Μεσσηνίας με την προδικτατορική ΕΡΕ. Ο αδελφός της μητέρας του, από βενιζελικών πεποιθήσεων οικογένεια της Θεσσαλονίκης, ο Παύλος Ζάννας, υπήρξε σπουδαίος διανοούμενος, λογοτέχνης και εξέχων κριτικός του κινηματογράφου.
Ηταν μέλος της αντιστασιακής Δημοκρατικής Αμυνας κατά την επτάχρονη δικτατορία των συνταγματαρχών – διώχτηκε και φυλακίστηκε από τη χούντα. Στο ενεργητικό του Αντώνη Σαμαρά καταχωρίζονται ακόμη ότι κατά τη διάρκεια των σπουδών του στις ΗΠΑ δούλεψε σε πιτσαρία, έμαθε να σέρνει αγέρωχα πατροπαράδοτους ελληνικούς χορούς και έπαιζε ντραμς – δώρισε μάλιστα τα τύμπανά του αργότερα στην ΟΝΝΕΔ, στην οποία ήταν μέλος από την ίδρυσή της αλλά και πρόεδρός της, το 1976.
Οι Κένταυροι και οι Ρέιντζερς
Με την επιστροφή του στη χώρα από τις σπουδές του στις ΗΠΑ μετά τη Μεταπολίτευση θέλει να γίνει μελισσοκόμος. Τον κερδίζει η πολιτική, αν και κρατάει τη μελισσοκομία ως χόμπι, παρότι δεν εμφορείται από τη συλλογική σοφία των μελισσών στην κυψέλη.
Οι πολιτικοί του αντίπαλοι επικρίνουν ότι από τόσο νέος αναδεικνύεται στον εκλογικό στίβο του νομού όπου εκλέγεται μεν, με όλα τα γερασμένα παλαιοκομματικά εργαλεία δε.
Τα «άχαστα» ψηφοσυλλεκτικά εξαρτήματα του ισχυρογνώμονα πελατειακού κομματάρχη και δεινού τοπικού ρουσφετολόγου.
Στην αρχή της πολιτικής του σταδιοδρομίας, ο νεαρός πολιτικός συντάσσεται με τη συντηρητική λαϊκή Δεξιά. Σε αρκετούς συνιστά παράδοξο αυτή η ευθυγράμμιση για έναν νέο που μεγάλωσε σε μεγαλοαστικό διαμέρισμα της οδού Μουρούζη στο Κολωνάκι, είχε στα μαθητικά του χρόνια ως προσωπικό δάσκαλο τον ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Τσάτσο, σπούδασε στη Βοστόνη, όπου ήρθε σε επαφή με τα ριζοσπαστικά ρεύματα της εποχής στις ΗΠΑ και επικαλούνταν συχνά στίχους του νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη.
Στη Μεσσηνία τού επιρρίπτουν ότι καλύπτει με τη βουλευτική του ιδιότητα τις ενίοτε επεισοδιακές ενέργειες των σκληρά δεξιών νεολαιίστικων ομάδων των Κενταύρων και των Ρέιντζερς της δεκαετίας του ’80. Τον αποδοκιμάζουν όταν παρευρίσκεται στα ετήσια μνημόσυνα στην Πηγάδα του Μελιγαλά, ακόμη και όταν το κόμμα του απέχει επισήμως από αυτά. Τον κατακρίνουν ότι είναι πρόθυμος να ρισκάρει να εμπλακεί αυτοπροσώπως σε ταραχώδεις συγκρούσεις με πασόκους, αναρχικούς, αριστερούς, αλλά και να ανοίξει με ψευτομαγκιά καβγάδες με τις αστυνομικές αρχές στην Καλαμάτα. Η αλήθεια είναι ότι δεν τσακώνεται, ούτε χειροδικεί, παρότι έχει εξασφαλισμένη τη βουλευτική ασυλία.
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ
Οπως και να ’χει, όμως, χτίζει προφίλ ασυμβίβαστου και ρωμαλέου παλικαριού στο τοξικό κλίμα των σφοδρών αντιπαραθέσεων της εποχής ανάμεσα σε γαλάζιους και πράσινους καφενέδες. Το σίγουρο είναι πως αναγνωρίζει ως πολιτικό μέντορά του τον Ευάγγελο Αβέρωφ. Από τη μεριά του ο Μετσοβίτης, αν και γεννημένος στα Τρίκαλα, πολιτικός και συγγραφέας θεωρείται ότι προορίζει τον πιστό συνεργάτη του ως μελλοντικό αρχηγό του κόμματος.
Ο φέρελπις πολιτικός τον συνοδεύει συχνά την περίοδο 1981-1984 που ο Αβέρωφ είναι πρόεδρος της Ν.Δ. στο θρυλικό στέκι του καφέ «Brazilian» της οδού Βουκουρεστίου. Πέρα από τις εσωκομματικές συνωμοσίες, τους συνδέει ένα αχνό λογοτεχνικό νήμα. Ωστόσο, ο νεαρός Μεσσήνιος θα αργήσει να εμπεδώσει την παροιμία-προειδοποίηση, «το πρόβατο που φεύγει απ’ το μαντρί το τρώει ο λύκος», του βετεράνου πολιτικού καθοδηγητή του.
Εχει κιόλας ξεκινήσει την ξέφρενη άνοδό του στα κορυφαία πόστα της κομματικής ιεραρχίας. Συμμετέχει, άλλωστε, στην ομάδα των αβερωφικών βουλευτών της Ν.Δ., οι οποίοι στις εσωκομματικές εκλογές του φθινοπώρου του 1984 υποστήριξαν την εκλογή και εξασφάλισαν την επικράτηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στην ηγεσία του κόμματος. Στην πραγματικότητα, ο νέος πρόεδρος της Ν.Δ. και αρχηγός τότε της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι αυτός που ανοίγει διάπλατα ορίζοντες στις μεγαλεπήβολες πολιτικές επιδιώξεις του Αντώνη Σαμαρά.
Η κοινή τους εμφάνιση στο κατάμεστο ΣΕΦ τη βραδιά του τελικού του Ευρωμπάσκετ 1987 περίπου επικοινωνεί σε εκατομμύρια τηλεθεατές μια εικόνα ηγετικής συνέχειας στην παράταξη. Ομως, θα αποδειχθεί ακριβό το τίμημα της γενναιόδωρης θεαματικής χειρονομίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Ο έμπειρος Κρητικός πολιτικός, ως πρωθυπουργός πλέον, θα του εμπιστευτεί ξανά το πόστο του υπουργού Εξωτερικών. Σύντομα θα διαπιστώσει ότι ο πολιτικά ευνοούμενός του ξεδιπλώνει ωφελιμιστικά τη δική του ατζέντα.
Τον Οκτώβριο του 1990, ο Αντώνης Σαμαράς επισκέπτεται με την υπουργική του ιδιότητα, ενώ τον ακολουθούν διπλωμάτες και δημοσιογράφοι, τα ελληνικά χωριά Δρόπολη, Δερβιτσάνη, Γοραντζή της επαρχίας Αργυροκάστρου στη διαλυμένη και τριτοκοσμικά φτωχή Αλβανία. Κατευθύνεται στην εκκλησία ενός βορειοηπειρώτικου χωριού που το γκρεμισμένο πια κομμουνιστικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα και των διαδοχών του έχει μετατρέψει σε αποθήκη λιπασμάτων. Ανάβει ένα κερί και καλεί τους συγκεντρωμένους, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, κατοίκους της περιοχής «να γιορτάσουν του χρόνου ελεύθερα Χριστούγεννα στις πατρογονικές τους εστίες».
Η πρόσκληση στους Αλβανούς
Εμμέσως προαναγγέλλει το «άνοιγμα των συνόρων». Μεμιάς ανάβει το πράσινο φως και δίνει σήμα για την αχαλιναγώγητη μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων Αλβανών υπηκόων στην Ελλάδα. Ποιες βίζες και ποια σύνορα; Κανονικό μπουκάρισμα. Οι μαζικές εισροές τους δημιουργούν αναρίθμητα προβλήματα στις εγχώριες αρχές και στριμώχνουν την κυβέρνηση.
Η αδιέξοδη, όμως, πολιτική που έχει ανεύθυνα δρομολογήσει, εγκλωβίζοντας την κυβέρνηση και τη χώρα, θα τον αναγκάσει να δηλώσει οκτώ μήνες αργότερα ότι οι «οικονομικοί φυγάδες δεν γίνονται πλέον δεκτοί από την Ελλάδα και η χώρα ενισχύει τη φύλαξη των συνόρων». Και αυτή ήταν μια πρώτη, αλλά αναποτελεσματική, μικρή αναδίπλωση στις αδάμαστες πεποιθήσεις του.
Ωστόσο, η ανυπάκουα εμμονική στάση του σε ό,τι θεωρεί αφοσίωση στα εθνικά ζητήματα έχει μπροστά της και άλλα πιο ζόρικα κεφάλαια. Θα τα διαβεί απερίσκεπτα όταν θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί πολιτικά τη διεθνή συγκυρία και την εγχώρια, όσο δικαιολογημένη κι αν ήταν, εθνικιστική έξαρση. Τον Σεπτέμβριο του 1991, η σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας με δημοψήφισμα ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της από την άλλοτε ενιαία Γιουγκοσλαβία. Σύντομα υποβάλλει αίτημα ένταξης στον ΟΗΕ, αυτοαποκαλούμενη ως Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Το θέμα της διαχείρισης της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας και της αναγνώρισης των νέων κρατών που προέκυπταν το χειρίστηκε αρχικά ο Αντώνης Σαμαράς, ως υπουργός Εξωτερικών.
Στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε., τον Δεκέμβριο του 1991, πιέζει και πετυχαίνει να μπουν όροι για τα Σκόπια: ότι θα κάνουν αλλαγές στο Σύνταγμά τους ώστε να μη θεωρείται ότι έχουν εδαφικές βλέψεις σε γειτονικά κράτη, αλλά και ότι δεν θα χρησιμοποιήσουν μία ονομασία που θα υποδηλώνει εδαφικές βλέψεις εναντίον γειτονικού κράτους.
Ηταν μία διατύπωση που ικανοποιούσε την ελληνική πλευρά, αλλά δεν έλυνε το πρόβλημα – κάτι που φάνηκε σχεδόν αμέσως. Μερικούς μήνες αργότερα, ο Μητσοτάκης θα κατηγορούσε από το βήμα της Βουλής τον Σαμαρά ότι μπορούσε εκείνη τη νύχτα να λύσει πλήρως το θέμα πιέζοντας τη γερμανική πλευρά και δεν το έκανε: «Νέος είναι, αδύνατος είναι», είπε χαρακτηριστικά.
Είχε προηγηθεί η ρήξη με τον υπουργό του των Εξωτερικών. Ο Αντώνης Σαμαράς αυτοανακηρύσσεσαι σε παθιασμένο αμύντορα της εθνικής γραμμής. Επηρεασμένος ίσως από το μυθιστόρημα «Στα Μυστικά του Βάλτου» της προγιαγιάς του Πηνελόπης Δέλτα, το όποιο εξιστορεί τον σκληρό αγώνα των Ελλήνων Μακεδονομάχων ενάντια στους Βούλγαρους κομιτατζήδες- ενσαρκώνει ανένδοτα τον ανυποχώρητο κήρυκα της υπεράσπισης του ονόματος τη Μακεδονίας.
Τα πισωγυρίσματα στα εθνικά θέματα
Σε αυτό το παράφορα άκαμπτο πνεύμα, ως υπουργός Εξωτερικών, θεωρεί τις προσπάθειες των διπλωματικών διαμεσολαβήσεων και διαπραγματεύσεων με τους Ευρωπαίους ομολόγους του «υποχωρητική στάση της Ελλάδας». Στις 14 Φεβρουαρίου του 1992, διοργανώνεται με τυμπανοκρουσίες ένα από τα μεγαλύτερα συλλαλητήρια της σύγχρονης ιστορίας στη Θεσσαλονίκη κατά της πλαστογράφησης της Ιστορίας από τα Σκόπια.
Το ψήφισμα των διοργανωτών ζητά από τον υπουργό των Εξωτερικών, όχι από τον πρωθυπουργό, «να συνεχίσει αγωνιζόμενος και να μη δεχθεί την αναγνώριση του κράτους των Σκοπίων με όνομα ή ονομασία που θα περιλαμβάνει τη λέξη Μακεδονία». Ο Σαμαράς περιβάλλεται με τον μανδύα του αδιάλλακτου ηγέτη των εθνικών αξιώσεων, ένα πανωφόρι συνταιριασμένο με τις επιπόλαιες πολιτικές φιλοδοξίες του. Στο κόμμα του αρκετοί θεωρούν ότι καπηλεύεται το λαϊκό αίσθημα προς ίδιον πολιτικό όφελος. Το χάσμα του με τον ψύχραιμο Μητσοτάκη είναι πλέον παραπάνω από εμφανές, αλλά ο πρωθυπουργός με πλειοψηφία μόλις δύο βουλευτών δεν επιθυμεί σφοδρή ενδοκυβερνητική σύγκρουση. Το τέλος, πάντως, της συνύπαρξής τους είναι προδιαγεγραμμένο.
Στις 13 Απριλίου 1992, στη δεύτερη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον πρόεδρο τη Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο ιδρυτής της Ν.Δ. διώχνει από τη συνδιάσκεψη τον Σαμαρά, ο όποιος παρευρίσκεται με την ιδιότητα του ΥΠΕΞ, με την κοφτή «καραμανλική» φράση: «Εσύ πέρνα έξω»! Μετά το τέλος της σύσκεψης, ο πρωθυπουργός ανακοινώνει την απόφασή του να αποπέμψει τον υπουργό Εξωτερικών και αναλαμβάνει ο ίδιος το κρίσιμο υπουργείο.
Η Ελλάδα έχει χάσει πολύτιμο χρόνο, ενώ αρκετά κράτη αναγνωρίζουν πλέον τη γειτονική χώρα σκέτα ως Μακεδονία. Οι εγχώριες εξελίξεις προμηνύονται καταιγιστικές.
Στις 22 Οκτωβρίου 1992, ο Αντώνης Σαμαράς παραιτείται από βουλευτής. Εξηγεί ότι προβαίνει σε αυτή την κίνηση για να μη δημιουργήσει πρόβλημα στο κόμμα του και για να μη χάσει αυτό μια πολύτιμη έδρα στη Βουλή. Δεν παραλείπει να δηλώσει «μόνιμος κάτοικος της παράταξης» και να υπογραμμίσει ότι δεν πρόκειται να συντελέσει στην πτώση της κυβέρνησης η οποία θα μείνει στην εξουσία τέσσερα χρόνια.
Οκτώ μήνες αργότερα, ιδρύει την Πολιτική Ανοιξη (ΠΟΛ.ΑΝ.). Εμπνευστής του ονόματος του νέου κόμματος θεωρείται ο Οδυσσέας Ελύτης. Αέρα στα πανιά του νέου κόμματος μοιάζει να μεταφέρει η φράση του ποιητή, «Ω ναι! Δεν είναι μικρό πράγμα να ’χεις τους Αιώνες με το μέρος σου».
Ωστόσο, ο επικεφαλής του δεν υπομένει δευτερόλεπτο για να εκδηλώσει την αδημονία του. Οι υποτιθέμενες δεσμεύσεις του για εξάντληση της τετραετίας από την κυβέρνηση της Ν.Δ. πάνε στράφι. Μόλις τρεις μήνες μετά, εκείνη τη Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 1993, ο Σαμαράς αλλάζει ρότα. Με δηλώσεις του διακόπτει την ανοχή του κόμματός του προς την κυβέρνηση. Καθιστά δημόσια σαφές ότι «Ανοιξη και στήριξη της κυβέρνησης αποτελούν δύο αντίθετες θέσεις που είναι αδύνατον να συνυπάρξουν».
Ρίχνοντας την κυβέρνηση
Την επόμενη μέρα, ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Στέφανος-Θεόδωρος Στεφανόπουλος παραδίδει επιστολή στον πρόεδρο της Βουλής, με την οποία τον ενημερώνει ότι καθίσταται πλέον ανεξάρτητος βουλευτής και αίρει την εμπιστοσύνη του από την κυβέρνηση. Με τη «μέθοδο του σαλαμιού» τεμαχίζεται φέτα-φέτα η ισχνή πλειοψηφία των εδρών της Ν.Δ. στη Βουλή.
Η κυβέρνηση στηρίζεται πια μόνο σε 151 βουλευτές. Το πρωί της Πέμπτης 9 Σεπτεμβρίου 1993 έρχεται ο τελικός ακρωτηριασμός. Αξημέρωτα σχεδόν, ένας σχετικά άγνωστος βουλευτής της Ν.Δ. από το Κιλκίς, ο γιατρός Γιώργος Συμπιλίδης καταφθάνει στο γραφείο του προέδρου της Βουλής Αθανάσιου Τσαλδάρη. Καταθέτει και αυτός την ίδια δήλωση με τον προηγούμενο βουλευτή, αποχωρεί από τη Ν.Δ. και προσχωρεί στην Πολιτική Ανοιξη.
Αντώνης Σαμαράς: H δεύτερη φορά ή το δις εξαμαρτείν;
Σε πάνελ με τον Γιώργο Συμπιλίδη (δεξιά), τον βουλευτή που σφράγισε την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη
Η κυβέρνηση απομένει με 150 βουλευτές και χάνει τη δεδηλωμένη. Ενα θρίλερ κλείνει και μια μακρόχρονη βεντέτα ανοίγει. Ο Μητσοτάκης κάνει λόγο για πισώπλατη μαχαιριά. Καταγγέλλει τον Σαμαρά ότι «γίνεται όργανο των αντιπάλων μας και των οικονομικών συμφερόντων των οποίων είναι δέσμιος, με σκοπό να πλήξει την παράταξη που τον δημιούργησε». Αμέσως προκηρύσσει ως θεσμικά κοινοβουλευτικός πολιτικός πρόωρες εκλογές.
Οι κάλπες εκείνου του Οκτωβρίου επαναφέρουν στην εξουσία τον με κλονισμένη υγεία Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ με αυτοδυναμία. Εν τω μεταξύ, στο βεβαρυμένο κλίμα της εποχής κυκλοφορούν σκοτεινές διαδόσεις που κατηγορούν τον Συμπιλίδη ότι χρηματίστηκε από επιχειρηματίες για να ρίξει την κυβέρνηση.
Συγκεκριμένα, φωτογραφίζουν γνωστό μεγαλοεπιχειρηματία ο οποίος φέρεται να επιθυμούσε τη ματαίωση της σχεδιαζόμενης ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ από τον υπουργό Οικονομικών Στέφανο Μάνο. Ο επιχειρηματίας ήταν τότε κύριος προμηθευτής του τηλεπικοινωνιακού οργανισμού, ο οποίος του είχε αναθέσει την εγκατάσταση 1.000.000 ψηφιακών παροχών κόστους 70 δισ. δραχμών.
Οι ατεκμηρίωτες φήμες έμειναν μετέωρες, αλλά δεν εξατμίστηκαν. Ο δημοσιογράφος Γιώργης Μασσαβέτας τις επανέφερε το 1996 στο βιβλίο του «Ανατρέψατε Μητσοτάκη – Τα παρασκήνια μιας πολιτικής συνωμοσίας». Υστερα από μακροσκελή συνέντευξη που του παραχώρησε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο δημοσιογράφος δημοσίευσε τον ισχυρισμό του ότι ο Συμπιλίδης πήρε σε τσάντα 320 εκατ. δραχμές μετρητά από άγνωστους επιχειρηματίες της διαπλοκής.
Ο συγγραφέας καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση μετά από μήνυση που υπέβαλε ο βουλευτής με την ΠΟΛ.ΑΝ. Γιώργος Συμπιλίδης.
Οι πολιτικές συνέπειες όσων θα ακολουθήσουν είναι καταγεγραμμένες στα κατάστιχα της Ιστορίας.
Ξένο σώμα
Εκτοτε, πολύ νερό έχει κυλήσει στις μυλόπετρες της πολιτικής ιστορίας λειαίνοντας υπομονετικά μέχρι και τις πιο συμπαγείς από αυτές. Οχι όλες. Ο Αντώνης Σαμαράς δεν υποκρίθηκε στη μακρά πολιτική πορεία του ότι στηριζόταν σε εύκαμπτους πυλώνες. Ποτέ δεν μαθήτευσε στη δύσκολη γλυπτική τέχνη του συμβιβασμού. Το πείσμα, η ισχυρογνωμοσύνη και η αδιαλλαξία του παρέμειναν αενάως απελέκητες.
Τι κι αν οι καιροί αλλάζουν, ο χαρακτήρας του επιμένει αμετακίνητος σε ό,τι εκτιμά πως αποτελεί ζήτημα τιμής. Από το συνέδριο της Ν.Δ. τον Μάιο του 2022 λειτουργούσε πλέον ηθελημένα ως ξένο σώμα στη δομή της παράταξης. Είχε ήδη αποστασιοποιηθεί από αυτήν. Δεν έδωσε καν το «παρών» στην εκδήλωση για την επέτειο των 50 χρόνων του κόμματος στην οδό Ρηγίλλης. Διεκδικούσε με τις απόψεις του το δικό του βιλαέτι στον εσωκομματικό χώρο, επισημαίνοντας ζητήματα ιδεολογικής φύσης που ο ίδιος θεωρούσε στρατηγικά και πολιτικά αναγκαία.
Είχε επιλέξει να παρεμβαίνει δημόσια ασκώντας επανειλημμένα έντονη κριτική με προσωπικές βολές στην κομματική ηγεσία και εκτοξεύοντας σφοδρότατα πυρά κατά των κυβερνητικών χειρισμών. Συνέχιζε επίμονα να παραδίδει, πότε σε εκδήλωση στο Πολεμικό Μουσείο και πότε σε ομιλία του στην Κύπρο, μαθήματα πατριωτισμού, όπως εκείνος τον εννοούσε. Αξίωνε τον αξιόμαχο ρόλο του στιβαρού αχθοφόρου των εθνικών αποσκευών, καθώς έβλεπε παντού υποχωρήσεις, κατευνασμό των τουρκικών προκλήσεων, αν όχι μειοδοσία, υποβαθμίζοντας το μεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα που έχει γνωρίσει επί αυτής της κυβέρνησης η χώρα.
Παραμερίζοντας την εκ μέρους της εφαρμογή του διεθνούς δικαίου με επέκταση των 12 μιλίων στο Ιόνιο και τις ιστορικές συμφωνίες για την έναρξη των πρώτων ερευνητικών γεωτρήσεων για υδρογονάνθρακες στην Ελλάδα στις αρχές του 2027. Αγνοώντας τη σύναψη ισχυρών αμυντικών και στρατηγικών συμφωνιών της Ελλάδας με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία, οι οποίες αναβαθμίζουν το γεωπολιτικό της αποτύπωμα και ενισχύουν την αποτρεπτική της δύναμη.
Ξεχνώντας ότι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει χαρακτηρίσει επανειλημμένα το τουρκικό casus belli (αιτία πολέμου) «ιστορική ανορθογραφία», το οποίο έχει θέσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο και διεμήνυσε προς την Τουρκία κατά τη διάρκεια της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ.
«Woke agenda»
Πειστικό δεν ακούγεται ιδιαίτερα και το άλλο επιχείρημα που προβάλλει, την αντίσταση στη «woke agenda που μας επιβάλλουν», και αιχμή για την ψήφιση εκ μέρους της κυβέρνησης ενός νόμου για τα ομόφυλα ζευγάρια που ισχύει στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και που αφορά -τελικά- ελάχιστους στη χώρα μας. Είναι άραγε τόσο σημαίνουσα μια επιλογή παραχώρησης δικαιώματος σε μια κοινωνική ομάδα που να δικαιολογεί τη δημιουργία νέου κόμματος; Είναι τόσο οδυνηρή για την ευθιξία του που ακόμη και αν διαφωνεί -και δεν είναι ο μόνος- κυρίως με το δικαίωμα της υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια, ώστε να επιχειρεί να κόψει την ευκαιρία αυτοδυναμίας από τη Ν.Δ.;
Για να πληγώσει την παράταξη η οποία τον δέχτηκε ξανά στις αγκάλες της και τον τίμησε; Είναι αρκετό να προτάξει μια αντίληψη -στα όρια της ομοφοβίας, θα μπορούσε να πει κάποιος- ως προμετωπίδα ενός νέου φορέα, αντί για θέσεις, προτάσεις και ιδεολογία;
Ο Σαμαράς είναι παλιός στην πολιτική. Πολύ παλιός. Εχει χρηματίσει και πρόεδρος κόμματος και πρωθυπουργός και βουλευτής. Και γνωρίζει -ας καμώνεται ότι το αγνοεί- ότι με τη στάση του παρακάμπτει μια πραγματικότητα αδήριτη: Το κυβερνών κόμμα έχει δημοκρατικά εκλεγμένη από τη βάση ηγεσία.
Μια ηγεσία που από την ημέρα που την εκπροσωπεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης -εδώ και δέκα χρόνια δηλαδή- είναι μπροστά στις δημοσκοπήσεις, έχει κερδίσει δύο εθνικές εκλογές και πάει για την τρίτη νίκη. Ενα σερί που δεν το έχει κάνει μεταπολιτευτικά πρόεδρος κόμματος. Ισως ο Σαμαράς να θυμάται τον Θεμιστοκλή και το «ουκ εα με καθεύδειν» το… επικείμενο του Μητσοτάκη τρόπαιο. Αλλά αυτό ανάγεται σε άλλη σφαίρα, όχι στην πολιτική.
Είναι όμως βέβαιο ότι αυτή η καταγεγραμμένη πορεία της Ν.Δ. οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στον ίδιο τον Μητσοτάκη, που έκανε ανανέωση στην παράταξη της Ν.Δ. σε ιδέες και έμψυχο δυναμικό κυριαρχώντας στον κεντρώο χώρο, χωρίς να αποκλίνει από τις ιδρυτικές αρχές του Κωνσταντίνου Καραμανλή, παρά τα όσα του καταμαρτυρεί ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός.
Ο παλιός πειρασμός
Παραβλέποντας σκόπιμα με το παρορμητικό θυμικό του ότι η πολιτική μπορεί φορές να θαυμάζει την αδιάλλακτη ρητορική, αλλά οι ψηφοφόροι στις κάλπες επιλέγουν συνήθως την ευελιξία και τον διάλογο. Παρ’ όλα αυτά, κανείς από την ηγεσία της Ν.Δ. και της νομιμοποιημένης με 40,8% κυβέρνησης επιχείρησε να φιμώσει όσα υποτίθεται του επίτασσε να εκφράζει η εσωτερική του πυξίδα. Ούτε τον εξανάγκαζε να απαρνηθεί όσα πίστευε.
Κρινόταν, ωστόσο, ότι είχε υποπέσει στον παλιό πειρασμό της πολιτικής να συγχέει την ταμπέλα του αδάμαστου κήρυκα των εθνικών αξίων με τις σελίδες της Ιστορίας. Εκείνη η συνέντευξή του στο «Βήμα της Κυριακής», με την οποία απασφάλισε, ξεχείλισε το ποτήρι της εσωκομματικής υπομονής και ανεκτικότητας. Η στάση του αξιολογήθηκε ως έμπρακτη υπονόμευση της συνοχής της παράταξης. Δεν ήταν κανένας χθεσινός στο πολιτικό κουρμπέτι.
Υπό το ειδικό προνόμιο του πρώην πρωθυπουργού, του είχε ατύπως παραχωρηθεί η δυνατότητα να εκφράζεται ανοιχτά και ποικιλοτρόπως. Και αυτός την έκανε παντιέρα παρέκκλισης από την κομματικά επίσημη «κόκκινη γραμμή», αν και γνώριζε εκ των προτέρων σε ποιες εξελίξεις θα οδηγούσαν οι τακτικισμοί του. Γνώριζε άριστα ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα των παρεμβάσεων και των προκλητικών υποδείξεών του. Η συμπεριφορά του προανήγγειλε τη συνειδητή απόδραση από το κομματικό πλαίσιο.
Εκ των πραγμάτων, ο ίδιος επέλεξε τον μονόδρομο της διαγραφής του. Αλλά αυτή δεν ήρθε σαν απλή διοικητική πράξη σύμφωνα με όσα ορίζει το κομματικό καταστατικό. Ούτε ως άδοξη τελετουργία λήθης. Εφτασε ως μια υπενθύμιση που ερμήνευε την επίκληση στη συνείδησή του ως μαρτυρία κακής μνήμης. Ανέσυρε από τα ιστορικά κιτάπια ότι ο ίδιος είχε διαγραφεί και πριν από σχεδόν 34 χρόνια από το κόμμα του.
Παλιές ιστορίες; Οχι και τόσο. Η συλλογική μνήμη μπορεί να είναι εύπλαστη, αλλά παραμένει αυστηρή. Ιδίως όταν κάθε νέα σύγκρουση ανασύρει μια προηγούμενη, κάθε επίκληση της συνέπειας συναντά μια στιγμή αναδίπλωσης. Πόσο μάλλον όταν κάθε πράξη ρήξης καταλήγει, αργά ή γρήγορα, σε μια νέα αναζήτηση πολιτικής στέγης.
Ηδη στο γραφείο του στην οδό Δημοκρίτου ο Αντώνης Σαμαράς σχεδιάζει, σύμφωνα με πληροφορίες που δεν διαψεύδει, νέο δικό του κόμμα. Δικαίωμά του. Αλλά δεν πρωτοτυπεί. Είναι ο τρίτος πρώην πρωθυπουργός που ιδρύει πολιτικό φορέα στα μεταπολιτευτικά χρόνια.
Η ειρωνεία της Ιστορίας
Προηγήθηκε ο παλιός του συγκάτοικος, κατά τις φοιτητικές τους σπουδές στο Αμχερστ, Γιώργος Παπανδρέου. Προσφάτως υλοποίησε το δικό του πολιτικό σχήμα ο Αλέξης Τσίπρας. Με στόχευση αμφότερων να πληγούν εκλογικά τα κόμματα στα οποία ηγήθηκαν κατά το παρελθόν. Μόνο που ο νυν ανεξάρτητος βουλευτής Μεσσηνίας τούς υπερβαίνει.
Οχι μόνο επειδή είχε συστήσει πριν από χρόνια κόμμα, αλλά βλάπτοντας την παράταξή του συνέβαλε στο γκρέμισμα της τότε κυβέρνησής της. Η ειρωνεία είναι ότι παρακινούμενος από το ασυμβίβαστο θυμικό του, κατ’ άλλους γινάτι, ωθείται να συναντήσει τον νεότερο εαυτό του. Δίχως, όμως, την ορμή της αλλοτινής νιότης, αλλά μόνο με τον εγωκεντρικό μύθο του απόλυτα πολιτικά σωστού που έχει πλάσει για τον εαυτό του.
Αυτή τη φορά το νέο του κόμμα, εφόσον ιδρυθεί, δεν χρειάζεται, όπως και το παλιότερο, να σκαρφιστεί μεγάλες αφηγήσεις για το αύριο της χώρας και να εκπονήσει συνολική πρόταση διακυβέρνησης. Εκτιμάται, άλλωστε, ότι δεν θα έχει ορίζοντα πολιτικής μακροημέρευσης. Θα αρκεστεί στην απόπειρα να απομειώσει τα ποσοστά του κυβερνώντος κόμματος, να επηρεάσει σημαντικά τους συσχετισμούς και να παίξει τον ρόλο του ρυθμιστή των πολιτικών εξελίξεων. Στην ουσία αποσκοπεί να αμφισβητήσει τη ηγεμονία του Κυριάκου Μητσοτάκη στον χώρο της Κεντροδεξιάς και να τον εμποδίσει να ξανακυβερνήσει.
Κατά κάποιον τρόπο, ο Αντώνης Σαμαράς έχει σκηνοθετήσει και ξαναπαίξει ως πρωταγωνιστής το ίδιο έργο. Παραμερίζοντας ότι η πολιτική ζωή απεχθάνεται τις επαναλήψεις. Ενώ η Ιστορία, ως πιο ειρωνική, αντιμετωπίζει τις ανακυκλώσεις γεγονότων τουλάχιστον ως φάρσα.
