Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου, 2026

Γιατί κόψαμε το ουίσκι: Πτώση 12% στην κατανάλωση την τελευταία διετία

Το 2026, οι φιάλες ουίσκι σπανίως βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κάβας στα κοκτέιλ πάρτυ. Πλέον, όποιος ζητά ουίσκι από έναν μπάρμαν αντιμετωπίζεται είτε ως ιδιόρρυθμος και κάπως εκτός εποχής, είτε ως σοβαρός πότης που αρνείται να παρασυρθεί από τον συρμό των μη αλκοολούχων. Σε κάθε περίπτωση το «ένα ουίσκι παρακαλώ, με λίγη σόδα» ηχεί τόσο ασυνήθιστο όσο και μια νηφάλια βραδινή έξοδος στα 90s και τα 00s.

Ταυτόχρονα, από το εξωτερικό δελτίο και ιδιαίτερα από την κατεξοχήν πηγή του ουίσκι, τη Σκοτία, φτάνουν δυσοίωνα μαντάτα για τη δημοφιλία του συγκεκριμένου ποτού και τους οπαδούς του.

Σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωση της Ενωσης Σκοτσέζικου Ουίσκι (Scotch Whisky Association), το τελευταίο διάστημα έχει συσσωρευτεί στους χώρους αποθήκευσης των μονάδων παραγωγής μια άνευ προηγουμένου ποσότητα, 22 εκατομμυρίων βαρελιών, η οποία αντιστοιχεί σε 12 δισεκατομμύρια φιάλες της συνήθους χωρητικότητας των 700 ml.

Η βιομηχανία του ουίσκι, στην οποία στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό η οικονομία της χώρας, επηρεάζεται άμεσα από τη στασιμότητα των αποθεμάτων, στην οποία βεβαίως αντανακλάται η ελάττωση της ζήτησης.

Επιγραμματικά, προσπαθώντας να ανταποκριθούν στην απότομη αύξηση της ζήτησης στα χρόνια της πανδημίας COVID-19, οι βιομηχανίες ανέβασαν την παραγωγή τους, εν τω μεταξύ, όμως, για μια σειρά από αιτίες η κατανάλωση εμφάνισε κάμψη. Κι έτσι, τα βαρέλια και οι κάσες με τις φιάλες άρχισαν να στοιβάζονται στις αποθήκες των αποστακτηρίων αντί να διακινούνται προς τις ανά τον κόσμο μπάρες.

Δυσοίωνα σημάδια

Η εξαγωγή σκοτσέζικου ουίσκι το 2024 ήταν 1,4 δισεκατομμύρια φιάλες, ενώ το 2025 έπεσε στα 1,34 δισεκατομμύρια, με μια προοπτική που μόνο αισιόδοξη δεν είναι για το μέλλον του ουίσκι, το οποίο μοιάζει να εισέρχεται σε μια περίοδο σοβαρής κρίσης, για πρώτη φορά από την αρχή της δεκαετίας του 1980.

Μάλιστα, στη Βρετανία αναβιώνει, σαν απομεινάρι εκείνης της αποφράδας φάσης, ένας όρος με μάλλον πένθιμη συνήχηση για την ευημερία των παραγωγών ουίσκι, το «Ουίσκι Λοχ». Οπου «λοχ» στην κελτική διάλεκτο είναι η λίμνη, άρα φαντάζεται κανείς μία τεράστια έκταση υγρού, γεμάτη από ένα ποτό που κάποτε ήταν ανάρπαστο αλλά τώρα αζήτητο.

Ωστόσο, πριν από περίπου 20 χρόνια, σε μια χρονική απόσταση μικρή αλλά και υπερβολικά μεγάλη, αναλόγως της οπτικής γωνίας που υιοθετεί κανείς, οι Ελληνες που επισκέπτονταν τα αποστακτήρια και τις μονάδες εμφιάλωσης ουίσκι στη Σκοτία, ετύγχαναν βασιλικής μεταχείρισης, σχεδόν κατά κυριολεξίαν.

Ιδιαίτερα στις εγκαταστάσεις των πιο φημισμένων και εμπορικών εταιρειών, οι αποστολές από την Ελλάδα ένιωθαν σαν κάτι περισσότερο από VIP. Σε όσους απορούσαν με την ασυνήθιστη αυτή προνομιακή περιποίηση, οι μυημένοι έσπευδαν να εξηγήσουν ότι α) οι Σκοτσέζοι είναι εκ φύσεώς τους εξαιρετικά φιλόξενοι και προσηνείς, κυρίως όμως β) η Ελλάδα είναι μία από τις μεγαλύτερες αγορές για το ουίσκι τους.

Και όχι μόνο με βάση τον στατιστικό δείκτη της κατά κεφαλήν κατανάλωσης, αλλά ακόμη και σε απόλυτο αριθμό φιαλών ανά έτος. Το αστείο-κλισέ εκείνης της εποχής έλεγε ότι «η Ελλάδα έπαψε να είναι η χώρα του ούζου. Εγινε η χώρα του σκατς».

Ενδεικτικά, το 2001 οι Ελληνες κατανάλωσαν 23.270.000 λίτρα ουίσκι, ενώ 20 έτη πριν, το 1981, στην αυγή της εποχής που πολύ αργότερα θα ονομαζόταν «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια», η κατανάλωση ουίσκι στη χώρα μας δεν έφτανε τα 5,5 εκατομμύρια λίτρα. Τότε η πλειονότητα των Ελλήνων προτιμούσε το ούζο και το μπράντι, αλλά στο διάστημα που θα ακολουθούσε, οι πωλήσεις του ουίσκι θα ανέβαινε καλπάζοντας.

Ως προς τον τζίρο που επιτύγχανε μόνο το ουίσκι μεταξύ των υπολοίπων αλκοολούχων, το 2019 ανήλθε σε 51,42 εκατ. ευρώ, ανέβηκε στα 57,34 εκατ. το 2020 και εν μέσω κορύφωσης της πανδημίας COVID-19, για να εκτοξευτεί στα 65,13 εκατ. ευρώ το 2021. Εκτοτε, τα στοιχεία για την εγχώρια κατανάλωση γίνονται όλο και πιο δυσεύρετα, ακολουθώντας μία πολιτική των εταιρειών του κλάδου η οποία γίνεται όλο και περισσότερο «αγοραφοβική». Κάτι που, πιθανότατα, συνδέεται με την πτώση των πωλήσεων, συνεπεία μιας γενικότερης στροφής μακριά από το αλκοόλ.

Η Ελλάδα και τα mocktail

Στο 10%-12% εκτιμάται η μείωση της ζήτησης για το ουίσκι στην Ελλάδα τα τελευταία 2-3 χρόνια, σύμφωνα με στοιχεία που μοιράζονται με το «ΘΕΜΑ» στελέχη της αγοράς, τα οποία παρακολουθούν διαρκώς τη διακύμανση των πραγματικών πωλήσεων.

Προς επίρρωσιν αυτού, η Ενωση Επιχειρήσεων Αλκοολούχων Ποτών (ΕΝΕΑΠ) επιβεβαιώνει ότι εξαιτίας της δρακόντειας φορολόγησης που επιβλήθηκε, εν είδει Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, την περίοδο της οικονομικής κρίσης, οι πωλήσεις αλκοολούχων (γενικώς, όχι μόνο του ουίσκι) στην Ελλάδα το 2022 αναλογούσαν στο -38% εκείνων του 2009.

Για όποιον έχει σχετικές παραστάσεις από τις 2-3 παρελθούσες δεκαετίες, για όποιον, δηλαδή παραξενεύεται για το πώς σήμερα έφτασαν να επικρατούν τα ποτά άνευ αλκοόλ, τα «mocktail», τα αναψυκτικά που υποκαθιστούν τα κοκτέιλ κ.ο.κ., για όποιον εντέλει έχει ζήσει την εποχή του «τσιγάρα, ουίσκι και του Καρρά οι δίσκοι», η τρέχουσα συζήτηση περί δραματικής κάμψης στην κατανάλωση ουίσκι φαντάζει ακατανόητη.

Δεδομένου ότι επί μακρόν το ουίσκι στην Ελλάδα ήταν εντελώς συνυφασμένο με τη νυχτερινή διασκέδαση, με τα μπουζούκια κυρίως -αλλά και όχι μόνο-, αλλά και με το ξεσάλωμα και τα ξέφρενα γλέντια που δεν τελείωναν ποτέ. Το ουίσκι είχε φτάσει να γίνει κωδικός συνεννόησης στη νύχτα, περίοπτος οδοδείκτης για την ποπ κουλτούρα, καθώς και μια ιδιότυπη μονάδα μέτρησης («πέντε μπουκάλια ανοίξαμε χτες», «αυτή τη φορά ο μετρ δεν μας έφερε “Λακκάκι”. Αλλά και με τον “Γιαννάκη τον Περιπατητή” μια χαρά γίναμε») κ.λπ. Οπου βεβαίως «Λακκάκι» και «Γιαννάκης» ήταν δημοφιλείς μάρκες σκοτσέζικου ουίσκι.

Παράλληλα, μαζί με την άνθηση της γαστρονομικής και γευσιγνωστικής φιλολογίας, αναπτύχθηκε ένα έντονο ενδιαφέρον, πολύ βαθύτερο από την απλή απόλαυση της κατανάλωσης για τον πολιτισμό του ουίσκι. Blended ή single malt (δηλαδή προϊόντα ανάμειξης ή μονοποικιλιακά), ωρίμανση και παλαίωση, καταγωγή, είτε από περιοχές της Σκοτίας, είτε από διαφορετικές χώρες, εκτός βρετανικών νήσων, όπως η Ιρλανδία, οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Ιαπωνία κ.ά. Το σερβίρισμα, επίσης, έγινε αντικείμενο συζήτησης και εκζήτησης, αλλά και πειστήριο γνώσης για τους καλλιεργημένους πότες, τους connaiseurs του ουίσκι.

Χαμηλό και φαρδύ ποτήρι, αυστηρή απαγόρευση της χειρότερης ιεροσυλίας, της ασυγχώρητης ύβρεως και αμαρτίας που θα μπορούσε ποτέ να διαπράξει ένας ασεβής εις βάρος της ακεραιότητος του πολύτιμου και ευαίσθητου αλκοολούχου υγρού πυρ από τα Χάιλαντς: της προσθήκης πάγου στα malt.

Η παγκόσμια κρίση

Ως αυθεντικό σκοτσέζικο ουίσκι και βάσει της κείμενης διεθνούς νομοθεσίας, θεωρείται μόνο εκείνο που παράγεται αποκλειστικά επί σκοτσέζικου εδάφους, προέρχεται από τη χημική διεργασία τριών φυσικών συστατικών (νερό, μαγιά και δημητριακά) και έχει υποβληθεί σε διαδικασία ωρίμανσης επί τρία χρόνια τουλάχιστον.

Παρά τις πολλαπλές πιέσεις που υφίσταται -από τον ανταγωνισμό άλλων χωρών, από την αντι-αλκοολική καμπάνια και το ολοένα πιο στενό πλαίσιο διαφήμισης, τη φορολόγηση, ακόμη και από την εντατικοποίηση των αλκοτέστ, όπως ισχύει εσχάτως στην Ελλάδα- το σκοτσέζικο ουίσκι διατηρεί την πρωτοκαθεδρία του μεταξύ των αλκοολούχων ποτών παγκοσμίως. Η Ενωση Σκοτσέζικου Ουίσκι υπερηφανεύεται ότι κάθε δευτερόλεπτο 43 φιάλες φεύγουν από τη χώρα με προορισμό 163 αγορές ανά την υφήλιο.

Εντούτοις, είναι σαφές ότι οι ημέρες της περίλαμπρης δόξας για το σκοτσέζικο ουίσκι είναι πίσω του πια -επί του παρόντος, τουλάχιστον. Από τις 10 μεγαλύτερες αγορές του κόσμου για το σκοτσέζικο ουίσκι, με βάση τον συνολικό όγκο του ποτού και την αντιστοίχισή του σε φιάλες, οι μισές συνοδεύονται από αρνητικό πρόσημο.

Η Ιαπωνία, επί παραδείγματι, εμφανίζει μείωση της ζήτησης για σκοτσέζικο ουίσκι κατά 27% ανάμεσα στο 2024 και το 2025. Η Γαλλία, παρομοίως, βρίσκεται στο -14%, η Πολωνία στο -10,3%, οι ΗΠΑ στο -9% και η Ισπανία στο -8,4%.

Αντιθέτως, αχτίδες αισιοδοξίας για τις μελλοντικές πωλήσεις του σκοτσέζικου ουίσκι (και την επιβίωση περίπου 70.000 ανθρώπων στη Σκοτία και τη Βρετανία ευρύτερα, οι οποίοι απασχολούνται στον κλάδο), ανατέλλουν από χώρες όπως η Ινδία, η Κίνα, η Τουρκία, η Γερμανία, η Βραζιλία κ.ά., όπου η τάση κινείται αντίρροπα. Μόνο στην Ινδία, το σκοτσέζικο ουίσκι σημείωσε αύξηση πωλήσεων κατά 15% μεταξύ 2014 και 2015, και 14% στην Κίνα.

Ομως, θα πρέπει να ληφθεί υπ” όψιν ότι, σε απόλυτους αριθμούς, η αγορά της Ινδίας είναι γιγαντιαία – στα 220 εκατομμύρια φιάλες, ενώ της Κίνας είναι, συγκριτικά, ένας νάνος, με μόλις 34 εκατ. φιάλες. Ακόμη και οι Πολωνοί πίνουν περισσότερο ουίσκι από τους Κινέζους, κατά 9 εκατομμύρια φιάλες.

Παρόμοια παράδοξα διάδοσης του ουίσκι σε συνάρτηση με τον συνολικό πληθυσμό παρατηρούνται στη Γερμανία, όπου η κατανάλωση ανέρχεται στα 59 εκατομμύρια φιάλες, ενώ στη Βραζιλία είναι 54 εκατομμύρια, στην Τουρκία (καίτοι μουσουλμανική σε συντριπτικό ποσοστό) 53 εκατομμύρια, όσα και στην Ισπανία.

Οσο για τη Γαλλία, απορροφά ένα από τα μεγαλύτερα μερίδια της παραγωγής σκοτσέζικου ουίσκι, με 152 εκατομμύρια φιάλες, ξεπερνώντας ακόμη και τις ΗΠΑ των 120 εκατομμυρίων φιαλών κατ’ έτος.

Κόντρα στα alcohol-free

Οι Σκοτσέζοι, ως αυθεντικοί Χαϊλάντερ, δεν δείχνουν διατεθειμένοι να αφήσουν το εθνικό καμάρι τους να περιπέσει στα αζήτητα αμαχητί. Αφενός πιέζουν την κεντρική κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου για πιο ευνοϊκή φορολόγηση και, την ίδια στιγμή, παλεύουν για τη διατήρηση της αποκλειστικότητας στην κατοχυρωμένη ονομασία προέλευσης για τα malt, έναντι της αυξανόμενης παραγωγής μονοποικιλιακών ουίσκι από άλλες περιοχές της Βρετανίας, εκτός Σκοτίας.

Αφετέρου, οι Σκοτσέζοι ευνοούνται από πρόσφατες διακρατικές συμφωνίες, με κυριότερες αυτές με την Ινδία και τις ΗΠΑ. Με την πρώτη προβλέπεται μείωση των δασμών εισαγωγής από το 150% στο 75%, ενώ σε ό,τι αφορά την αμερικανική αγορά, συνομολογήθηκε ο μηδενισμός της αντίστοιχης επιβάρυνσης.

Ετσι, με μια κάποια άνωθεν βοήθεια, το σκοτσέζικο ουίσκι προσβλέπει σε αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητάς του, έτσι ώστε να προσαρμοστεί στις σύγχρονες απαιτήσεις και να επιβιώσει στο σύγχρονο περιβάλλον.

Στο πλαίσιο μιας αγοράς που έχει μετασχηματιστεί σε κάτι τελείως διαφορετικό και καινοφανές. Σε μια νέα αρένα ποτών, όπου όσοι εποφθαλμιούν την κυριαρχία, δεν επιδεικνύουν σαν ατού την περιεκτικότητά τους σε αλκοόλ και την υπόσχεση για εμπειρίες μειωμένου ελέγχου των συνειδητών λειτουργιών του εγκεφάλου, αλλά το εντελώς αντίθετο.

By