Σταθερές πωλήσεις, αλλά αισθητά χαμηλότερη κερδοφορία εμφάνισε η H&M στην ελληνική αγορά στη χρήση που έληξε στις 30 Νοεμβρίου 2025. Η εταιρεία διατήρησε τον κύκλο εργασιών της κοντά στα επίπεδα της προηγούμενης χρονιάς, ωστόσο η αύξηση του κόστους πωλήσεων και η επιβάρυνση του λειτουργικού κόστους περιόρισαν σημαντικά τα περιθώρια κέρδους.
Ο τζίρος της εταιρείας διαμορφώθηκε στα 184,47 εκατ. ευρώ, από 184,59 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση, σημειώνοντας οριακή μείωση 0,07%. Η εικόνα αυτή δείχνει ουσιαστικά στασιμότητα στις πωλήσεις, σε μία περίοδο κατά την οποία η αγορά ένδυσης και υπόδησης παρέμεινε ιδιαίτερα ανταγωνιστική.
Την ίδια στιγμή, το κόστος πωλήσεων αυξήθηκε κατά 3% και έφτασε τα 73,64 εκατ. ευρώ, από 71,50 εκατ. ευρώ περίπου ένα χρόνο νωρίτερα. Ως αποτέλεσμα, τα μεικτά κέρδη περιορίστηκαν στα 110,82 εκατ. ευρώ, μειωμένα κατά 2,01% σε σχέση με τα 113,09 εκατ. ευρώ του 2024.
Το μεικτό περιθώριο κέρδους υποχώρησε στο 60,08%, από 61,27%, μία μεταβολή που αποτυπώνει την πίεση που δέχθηκε η κερδοφορία από το αυξημένο κόστος.
Τα έξοδα διοίκησης και διάθεσης διαμορφώθηκαν στα 105,63 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 0,36%. Η συνδυαστική επίδραση χαμηλότερου μικτού κέρδους και υψηλότερων λειτουργικών δαπανών οδήγησε σε σημαντική υποχώρηση των λειτουργικών αποτελεσμάτων.
Τα κέρδη προ τόκων και φόρων μειώθηκαν κατά 28,5%, στα 5,25 εκατ. ευρώ, έναντι 7,34 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Το λειτουργικό περιθώριο περιορίστηκε έτσι στο 2,85%, από 3,98%.
Πτώση 34% στα κέρδη
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η πίεση στο επίπεδο της καθαρής κερδοφορίας. Τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν στα 4,43 εκατ. ευρώ, από 6,71 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας πτώση 33,95%. Μετά τους φόρους, τα καθαρά κέρδη έπεσαν στα 2,20 εκατ. ευρώ, από 4,58 εκατ. ευρώ, δηλαδή μειώθηκαν κατά περίπου 52% μέσα σε μία χρήση.
Η επίδοση αυτή είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο των οικονομικών καταστάσεων, καθώς η H&M κατάφερε να κρατήσει σχεδόν αμετάβλητες τις πωλήσεις της, αλλά με σαφώς χαμηλότερη απόδοση ανά ευρώ τζίρου.
Ιδιαίτερη μεταβολή καταγράφεται και στα ταμειακά διαθέσιμα. Στις 30 Νοεμβρίου 2025 ανέρχονταν σε 21,73 εκατ. ευρώ, έναντι 36,19 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα, παρουσιάζοντας πτώση σχεδόν 40%.
Επενδυτική επιτάχυνση με επίκεντρο το δίκτυο
Σε έντονα ανοδική τροχιά κινήθηκε το επενδυτικό πρόγραμμα της H&M στην Ελλάδα, καθώς οι σχετικές δαπάνες έφτασαν τα 15,34 εκατ. ευρώ, από 7,64 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση, ποσό υπερδιπλάσιο σε ετήσια βάση.
Το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων διοχετεύθηκε στην αναβάθμιση του δικτύου καταστημάτων. Από τις προσθήκες παγίων, 14,57 εκατ. ευρώ καταχωρίστηκαν αρχικά ως ακινητοποιήσεις υπό εκτέλεση, ενώ στο τέλος Νοεμβρίου εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε εξέλιξη έργα ύψους 9,89 εκατ. ευρώ. Πρόκειται κυρίως για κεφαλαιοποιημένες δαπάνες ανακαινίσεων καταστημάτων που δεν είχαν ολοκληρωθεί έως τη λήξη της χρήσης.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη μετατόπιση της επενδυτικής στρατηγικής της H&M στην ελληνική αγορά. Το βάρος δεν πέφτει τόσο στην προσθήκη νέων σημείων όσο στον εκσυγχρονισμό των ήδη υφιστάμενων καταστημάτων και στη συνολική αναβάθμιση της εμπειρίας αγορών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επένδυση επί της Ερμού 11, σε κτίριο επιφάνειας περίπου 4.000 τ.μ., το οποίο επαναλειτούργησε τον Ιούνιο του 2025 μετά από εκτεταμένη ανακαίνιση και τη δημιουργία των κεντρικών γραφείων του ομίλου στην Ελλάδα, καθώς και καταστημάτων COS και Arket, δύο εκ των μαρκών της H&M. Στη συνέχεια ακολούθησε η αναβάθμιση του μεγάλου σημείου στον Πειραιά, με την προσθήκη νέων ψηφιακών υπηρεσιών και τεχνολογικών λύσεων.
Συνολικά, μέσα στο 2025 η εταιρεία προχώρησε στην ανάπτυξη ή ανακαίνιση τεσσάρων πρότυπων καταστημάτων, ενσωματώνοντας σε αυτά το νέο λειτουργικό μοντέλο του ομίλου.
Μείωση της ρευστότητας στο μισό
Σε ό,τι αφορά το κυκλοφορούν ενεργητικό μειώθηκε στα 39,93 εκατ. ευρώ, από 52,92 εκατ. ευρώ, ενώ οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις αυξήθηκαν στα 36,63 εκατ. ευρώ, από 34,02 εκατ. ευρώ. Η μεταβολή αποτυπώνεται και στους δείκτες ρευστότητας. Ο δείκτης γενικής ρευστότητας υποχώρησε στο 109,02%, από 155,54%, ενώ η ταμειακή ρευστότητα μειώθηκε στο 59,32%, από 106,38%.
Τα ίδια κεφάλαια διαμορφώθηκαν στα 38,45 εκατ. ευρώ, μειωμένα κατά 5,02% σε σχέση με τα 40,48 εκατ. ευρώ της προηγούμενης χρήσης. Την ίδια στιγμή, το σύνολο του ενεργητικού παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο, στα 76,08 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 0,56%.
Η σχέση βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων προς ίδια κεφάλαια επιβαρύνθηκε επίσης, φτάνοντας στο 95,27%, από 84,06%.
Σε επίπεδο λειτουργικής αποδοτικότητας, το EBITDA διαμορφώθηκε στα 9,05 εκατ. ευρώ, έναντι 10,96 εκατ. ευρώ, με την απόδοση επί των ιδίων κεφαλαίων προ αποσβέσεων να περιορίζεται στο 23,53%, από 27,08%. Συνολικά, το κόστος πωληθέντων μαζί με τα λειτουργικά έξοδα έφτασε τα 179,27 εκατ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 97,18% του τζίρου, έναντι 95,75% την προηγούμενη χρήση.
