Η Αντριάνα Λίμα επέστρεψε στα 45 της χρόνια στην πασαρέλα της Victoria’s Secret, η Αλεσάντρα Αμπρόσιο συμπλήρωσε 20 συμμετοχές στο διάσημο σόου και η Κάντις Σουάνπολ φόρεσε ξανά τα φτερά που την καθιέρωσαν ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα στον κόσμο. Πίσω, όμως, από τα εντυπωσιακά κοστούμια, τις πολυτελείς δημιουργίες και τις τηλεοπτικές εικόνες που ταξιδεύουν σε ολόκληρο τον πλανήτη, βρίσκεται μια βιομηχανία εκατομμυρίων δολαρίων, στην οποία η αξία ενός supermodel δεν μετριέται μόνο από την αμοιβή του για μια εμφάνιση.
Η φετινή επίδειξη, που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 18 Οκτωβρίου στο Λος Άντζελες, επανέφερε στο προσκήνιο ορισμένα από τα πιο ακριβοπληρωμένα πρόσωπα στην ιστορία της Victoria’s Secret. Μοντέλα που στην κορύφωση της καριέρας τους εισέπρατταν από 5 έως και 10,5 εκατ. δολάρια ετησίως από το σύνολο των επαγγελματικών τους συμφωνιών, με τα συμβόλαια της αμερικανικής εταιρείας εσωρούχων να αποτελούν σημαντικό μέρος των εσόδων τους.
Τα ποσά αυτά δεν αφορούσαν αποκλειστικά τις εμφανίσεις στην πασαρέλα. Περιλάμβαναν διαφημιστικές καμπάνιες, συμφωνίες με εταιρείες καλλυντικών, αρωμάτων και ειδών πολυτελείας, καθώς και άλλες εμπορικές συνεργασίες. Ωστόσο, η σχέση με τη Victoria’s Secret λειτούργησε ως βασικό όχημα για την καθιέρωση των μοντέλων σε διεθνείς προσωπικότητες με ιδιαίτερα υψηλή εμπορική αξία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2016, όταν το αμερικανικό Forbes κατέγραψε τις απολαβές των πιο ακριβοπληρωμένων μοντέλων, η Αντριάνα Λίμα βρισκόταν στη δεύτερη θέση παγκοσμίως με 10,5 εκατ. δολάρια, η Κάντις Σουάνπολ είχε ετήσια εισοδήματα 7 εκατ. δολαρίων και η Αλεσάντρα Αμπρόσιο 5 εκατ. δολαρίων. Μόνο οι τρεις τους είχαν συνολικές εκτιμώμενες ετήσιες απολαβές 22,5 εκατ. δολαρίων.
Αντριάνα Λίμα: Τα 10,5 εκατ. δολάρια και το προνόμιο της… μακροβιότητας
Η Αντριάνα Λίμα αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις μοντέλων που κατάφεραν να διατηρήσουν την εμπορική τους αξία επί δεκαετίες. Η Βραζιλιάνα εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο σόου της Victoria’s Secret το 1999, έγινε ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της εταιρείας και παρέμεινε στενά συνδεδεμένη με την ταυτότητά της ακόμη και μετά την αποχώρησή της από την πασαρέλα το 2018.
Η επιστροφή της το 2024 και η νέα συμμετοχή της στη φετινή διοργάνωση επιβεβαιώνουν τη διάρκεια αυτής της σχέσης, που αποτελεί και ένα από τα σημαντικότερα επαγγελματικά περιουσιακά στοιχεία της ίδιας.
Το 2016, το Forbes υπολόγιζε τα ετήσια εισοδήματά της σε 10,5 εκατ. δολάρια, το υψηλότερο ποσό που είχε καταγράψει μέχρι τότε για τη συγκεκριμένη χρονιά της καριέρας της. Εκτός από τη συνεργασία της με τη Victoria’s Secret, η Λίμα είχε εμπορικές συμφωνίες με τη Maybelline, τη Vogue Eyewear και την εταιρεία πολυτελών ρολογιών IWC.
Έναν χρόνο αργότερα, το 2017, το περιοδικό εξακολουθούσε να υπολογίζει τις ετήσιες απολαβές της στα 10,5 εκατ. δολάρια, κατατάσσοντάς τη στην τέταρτη θέση των πιο ακριβοπληρωμένων μοντέλων στον κόσμο.
Η μακροχρόνια συνεργασία της με τη Victoria’s Secret είχε ιδιαίτερη οικονομική σημασία. Σε μια αγορά όπου τα πρόσωπα των διαφημιστικών εκστρατειών συχνά ανανεώνονται, η Λίμα παρέμεινε μία από τις σταθερές παρουσίες της εταιρείας. Η αναγνωρισιμότητά της επέτρεπε στο όνομά της να λειτουργεί ως εμπορικό πλεονέκτημα όχι μόνο για τη Victoria’s Secret αλλά και για άλλες εταιρείες που επιδίωκαν να τη χρησιμοποιήσουν ως κεντρικό πρόσωπο στις καμπάνιες τους.
Η οικονομική αξία της συνεργασίας δεν περιοριζόταν στις ημέρες της επίδειξης. Περιλάμβανε τη χρήση της εικόνας της σε διαφημίσεις, φωτογραφίσεις, προωθητικές ενέργειες και άλλες δραστηριότητες που ενίσχυαν τη διεθνή προβολή της εταιρείας.
Η φετινή συμμετοχή της αποκτά έτσι ιδιαίτερο ενδιαφέρον από οικονομική άποψη. Στα 45 της χρόνια, η Λίμα εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα που μπορεί να επιστρατεύσει η Victoria’s Secret, έχοντας πίσω της περισσότερα από 25 χρόνια παρουσίας στην ιστορία του σόου.
Κάντις Σουάνπολ: Τα 7 εκατ. δολάρια και η δημιουργία προσωπικής επιχείρησης
Η Κάντις Σουάνπολ αποτελεί διαφορετικό παράδειγμα οικονομικής αξιοποίησης της επιτυχίας ενός μοντέλου. Η Νοτιοαφρικανή δεν περιορίστηκε στις διαφημιστικές συμφωνίες που εξασφάλισε χάρη στη δημοσιότητα της Victoria’s Secret, αλλά αξιοποίησε την αναγνωρισιμότητά της για να δημιουργήσει και δική της επιχείρηση.
Το 2016, το Forbes υπολόγιζε τις ετήσιες απολαβές της σε 7 εκατ. δολάρια. Εκείνη την περίοδο διέθετε ένα σημαντικό συμβόλαιο με τη Victoria’s Secret, ενώ παράλληλα συνεργαζόταν με εταιρείες όπως η Biotherm και η Max Factor. Στο χαρτοφυλάκιο των επαγγελματικών συνεργασιών της περιλαμβάνονταν επίσης πολυτελείς οίκοι και αρώματα, μεταξύ των οποίων οι Versace και Givenchy.
Η επιχειρηματική της δραστηριότητα άρχισε να αποκτά μεγαλύτερη σημασία το 2018, όταν δημιούργησε την εταιρεία μαγιό Tropic of C. Επρόκειτο για μια κίνηση που της επέτρεψε να περάσει από τον ρόλο του διαφημιστικού προσώπου στον ρόλο της επιχειρηματία.
Η Σουάνπολ είχε εξηγήσει σε συνέντευξή της στο Fashionista ότι προετοίμαζε τη συγκεκριμένη επιχειρηματική κίνηση επί αρκετά χρόνια, αναζητώντας τους κατάλληλους συνεργάτες. Η απόφαση της Victoria’s Secret να διακόψει τότε τη δραστηριότητά της στα μαγιό αποτέλεσε το έναυσμα για να προχωρήσει στο δικό της εγχείρημα.
Η Tropic of C αξιοποίησε εξαρχής τη διεθνή εικόνα της δημιουργού της, με τη Σουάνπολ να συμμετέχει τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην προβολή των συλλογών. Με αυτόν τον τρόπο, το μοντέλο μπορούσε πλέον να αξιοποιεί την εμπορική του δύναμη για την πώληση προϊόντων δικής του επιχείρησης.
Η διαφορά είναι ουσιαστική: Ένα παραδοσιακό διαφημιστικό συμβόλαιο εξασφαλίζει στο μοντέλο συγκεκριμένη αμοιβή για την προβολή μιας εταιρείας. Η συμμετοχή σε μια δική του επιχείρηση μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετη αξία μέσω των πωλήσεων και της ανάπτυξης του εμπορικού σήματος.
Τα οικονομικά μεγέθη της Tropic of C δεν δημοσιοποιούνται με τρόπο που να επιτρέπει ασφαλή υπολογισμό της αξίας της συμμετοχής της Σουάνπολ. Ωστόσο, η δημιουργία της εταιρείας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μετατροπής μιας καριέρας στο μόντελινγκ σε επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η συμμετοχή της στη φετινή πασαρέλα της Victoria’s Secret διατηρεί τη σύνδεσή της με το εμπορικό σήμα που συνέβαλε καθοριστικά στην καθιέρωσή της. Ταυτόχρονα, της προσφέρει νέα διεθνή προβολή, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί και στις δικές της επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Αλεσάντρα Αμπρόσιο: Το επταψήφιο συμβόλαιο και οι 20 πασαρέλες
Η Αλεσάντρα Αμπρόσιο αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις μοντέλων που συνέδεσαν σχεδόν ολόκληρη την επαγγελματική τους διαδρομή με τη Victoria’s Secret.
Η 45χρονη Βραζιλιάνα πραγματοποίησε την πρώτη της εμφάνιση στο σόου το 2000, εντάχθηκε επισήμως στους «αγγέλους» το 2004 και στη φετινή διοργάνωση συμπλήρωσε 20 συμμετοχές. Αν και είχε ανακοινώσει την αποχώρησή της από την πασαρέλα της εταιρείας το 2017, επέστρεψε το 2024 και συμμετείχε εκ νέου το 2025 και το 2026.
Η Αμπρόσιο αποτελεί και μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις για τις οποίες έχουν δημοσιευθεί συγκεκριμένες εκτιμήσεις σχετικά με το ύψος του συμβολαίου τους με τη Victoria’s Secret.
Το 2016, το Forbes υπολόγιζε τις συνολικές ετήσιες απολαβές της σε 5 εκατ. δολάρια. Το περιοδικό επισήμαινε τότε ότι διέθετε συμβόλαιο επταψήφιας αξίας με την εταιρεία, το οποίο αποτελούσε την κύρια πηγή των εισοδημάτων της.
Με άλλα λόγια, η συνεργασία της με τη Victoria’s Secret απέφερε εκείνη την περίοδο τουλάχιστον 1 εκατ. δολάρια, με βάση την εκτίμηση ότι η ετήσια συμφωνία ήταν επταψήφια. Το ακριβές ύψος του συμβολαίου δεν είχε δημοσιοποιηθεί.
Παράλληλα, η Αμπρόσιο διατηρούσε συνεργασίες με εταιρείες όπως η L’Oréal και ο Michael Kors, ενώ είχε αναπτύξει δραστηριότητα και στον χώρο των μαγιό και της μόδας.
Η οικονομική αξία της Αμπρόσιο στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στη μακροχρόνια αναγνωρισιμότητά της ως «άγγελος». Επί δύο δεκαετίες, η παρουσία της στις επιδείξεις, στις διαφημιστικές εκστρατείες και στις φωτογραφίσεις συνέδεσε το πρόσωπό της με την εικόνα της εταιρείας.
Στη φετινή διοργάνωση, η συμπλήρωση της 20ής συμμετοχής της αποτέλεσε και στοιχείο της ίδιας της επικοινωνιακής προβολής του σόου. Η Victoria’s Secret γιόρτασε την επιστροφή της με ειδική αναφορά στο επαγγελματικό αυτό ορόσημο, αξιοποιώντας τη μακρόχρονη σχέση τους ως μέρος της ταυτότητας της διοργάνωσης.
Εκτός από τη συμφωνημένη αμοιβή μιας νέας συνεργασίας, η παρουσία της Αμπρόσιο προσφέρει στη Victoria’s Secret κάτι που δεν μπορεί να εξασφαλίσει ένα πρωτοεμφανιζόμενο μοντέλο: την άμεση σύνδεση με την περίοδο κατά την οποία το Fashion Show εξελίχθηκε σε παγκόσμιο τηλεοπτικό γεγονός.
Πόσα πληρώνονται για μία και μόνο εμφάνιση στην πασαρέλα;
Το ερώτημα που συνοδεύει κάθε διοργάνωση της Victoria’s Secret είναι πόσα χρήματα λαμβάνουν τα διάσημα μοντέλα για τα λίγα λεπτά που εμφανίζονται μπροστά στις κάμερες. Η απάντηση είναι πιο σύνθετη από όσο υποδηλώνουν τα εντυπωσιακά ποσά των συμβολαίων τους.
Η εταιρεία δεν δημοσιοποιεί τις ατομικές αμοιβές των συμμετεχόντων στο Fashion Show και οι οικονομικοί όροι διαφέρουν ανάλογα με τη δημοτικότητα, την επαγγελματική εμπειρία και το είδος της συνεργασίας κάθε μοντέλου.
Σε σχετικό δημοσίευμά της, ενόψει της φετινής διοργάνωσης, η βρετανική εφημερίδα The Sun αναφέρει ότι οι απολαβές των μοντέλων έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά σε σχέση με την εποχή των μεγάλων αποκλειστικών συμβολαίων. Επικαλούμενη πληροφορίες από την αγορά, τοποθετεί τις αμοιβές νεότερων μοντέλων ακόμη και στην περιοχή των 100.000 δολαρίων ανά εμφάνιση, χωρίς όμως να παρουσιάζει επιβεβαιωμένες ατομικές συμφωνίες.
Πρόκειται, επομένως, για εκτιμήσεις και όχι για επίσημο τιμοκατάλογο της Victoria’s Secret.
Επιπλέον, υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην αμοιβή για μια μεμονωμένη επίδειξη και σε ένα πολυετές ή ετήσιο συμβόλαιο που μπορεί να περιλαμβάνει φωτογραφίσεις, διαφημιστικές καμπάνιες, προωθητικές εκδηλώσεις και χρήση της εικόνας του μοντέλου.
Στην περίπτωση της Αμπρόσιο, για παράδειγμα, η εκτίμηση του Forbes για επταψήφιο συμβόλαιο δεν σημαίνει ότι εισέπραττε αντίστοιχο ποσό για μία εμφάνιση στην πασαρέλα. Αντιστοιχούσε σε ευρύτερη εμπορική συνεργασία με την εταιρεία.
Αυτό που αποτυπώνουν, ωστόσο, τα οικονομικά στοιχεία προηγούμενων ετών είναι ότι οι συμφωνίες με τη Victoria’s Secret μπορούσαν να εξασφαλίζουν ιδιαίτερα υψηλά εισοδήματα, δημιουργώντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις για ακόμη μεγαλύτερες απολαβές από άλλες συνεργασίες.
